Πρόκειται για μια ιστορική συλλογή αδιάψευστων μαρτύρων της πλούσιας εβραϊκής κληρονομιάς της χώρας μας, θρησκευτικά κειμήλια που είχαν κλαπεί από συναγωγές και από οικογένειες Ελλήνων Εβραίων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από την οργάνωση Einsatzstab Reichsleiter Rosenberg, η οποία συστηματικά λεηλατούσε πολιτιστικά αγαθά, έργα τέχνης, βιβλιοθήκες και αρχεία, σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη.

Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη -κατόπιν της συμφωνίας της Ελληνικής Κυβέρνησης, δια του Υπουργείου Πολιτισμού, και της Κυβέρνησης της Πολωνίας, δια του ομόλογου Υπουργείου- μετέβη στη Βαρσοβία και παρέλαβε, την ιστορική συλλογή των ελληνικών εβραϊκών κειμηλίων, τα οποία επιστρέφουν στην Ελλάδα, έπειτα από δεκαετίες. Σύμφωνα με την σχετική ανακοίνωση του ΥΠΠΟ πρόκειται για τον πρώτο επαναπατρισμό πολιτιστικών αγαθών από την Πολωνία, στη χώρα προέλευσής τους.

Ο δρόμος της επιστροφής της συλλογής των ελληνικών εβραϊκών κειμηλίων που αποτελείται, μεταξύ άλλων, από 46 λειτουργικά υφάσματα, 17 ζεύγη rimonim (επιστέψεις των κυλίνδρων της Τορά), 9 μεμονωμένα rimonim ή θραύσματά τους κι ένα ζεύγος κρεμαστών διακοσμητικών θα καταλήξει στο Εβραϊκό Μουσείο Ελλάδας. Ο επαναπατρισμός τους βασίζεται στην έρευνα, την τεκμηρίωση, την ταυτοποίηση, καθώς και σε επικαιροποιημένη μελέτη, η οποία συντάχθηκε από ειδικούς και εμπειρογνώμονες του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδας, το 2022. Η ιστορία των Ελληνικών Ιουδαϊκών Κειμηλίων ξεκινάει με λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου οι πολωνικές αρχές εντόπισαν μέρος της λείας της γερμανικής οργάνωσης, αποθηκευμένα σε κάστρα στην Κάτω Σιλεσία.

25 χρόνια διεκδίκησης
Το ημερολόγιο έγραφε 14 Σεπτεμβρίου 1951, όταν το Υπουργείο Πολιτισμού της Πολωνίας μετέφερε το σύνολο των ελληνοεβραϊκών αντικειμένων στο Εβραϊκό Ιστορικό Ινστιτούτο της Βαρσοβίας «Emanuel Ringelblum», όπου και ταυτοποιήθηκαν ως ελληνικά. Το Υπουργείο Πολιτισμού, σε συνεργασία με το Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος (ΕΜΕ), διεκδικεί, από το 2001, τον επαναπατρισμό των συγκεκριμένων κειμηλίων. Όμως, εξ αιτίας της έλλειψης συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών από την Πολωνία στις χώρες προέλευσής τους, η διαδικασία υπήρξε ιδιαίτερα χρονοβόρα. Το επίσημο αίτημα προς την Κυβέρνηση της Πολωνίας υπεβλήθη από το Υπουργείο Πολιτισμού, τον Δεκέμβριο του 2024, τοποθετώντας μία εκκρεμότητα πολλών δεκαετιών σε προτεραιότητα, στην στρατηγική των επαναπατρισμών των μνημείων που είτε βίαια ή λαθραία έχουν εξαχθεί από την ελληνική επικράτεια.
Λίνα Μενδώνη, από τη Βαρσοβία: –Ισχυρή πολιτική βούληση και των δύο Κυβερνήσεων

«Τα κειμήλια αυτά δεν έχουν μόνον ιστορική ή καλλιτεχνική αξία. Αποτελούν μέρος της ζώσας μνήμης της χώρας μου και των Εβραίων Ελλήνων. Είναι συνυφασμένα με αφηγήσεις που μεταδόθηκαν από γονείς και παππούδες. Συνδέθηκαν με τη μνήμη συγγενών που δεν επέστρεψαν ποτέ από τα στρατόπεδα, θύματα του Ολοκαυτώματος… Το συναισθηματικό τους βάρος είναι μεγάλο και η επιθυμία όλων μας για την επιστροφή τους υπήρξε ιδιαίτερα έντονη» ανέφερε η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στην ομιλία της και εξήγησε ότι ο επαναπατρισμός των 91 ιουδαϊκών κειμηλίων «υπήρξε μια μακρά και απαιτητική διαδικασία για τις δύο χώρες μας, που συνδέονται με στενούς δεσμούς».
«Χωρίς την ισχυρή πολιτική βούληση και των δύο πλευρών, ο επαναπατρισμός δεν θα είχε επιτευχθεί» υπογράμμισε η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. Ολοκληρώνοντας την ομιλία της, κατέληξε ότι: «Για να ζητά κανείς την επιστροφή όσων δικαιωματικά του ανήκουν, οφείλει να είναι έτοιμος να επιστρέψει όσα δικαιωματικά ανήκουν σε άλλους, όταν υφίσταται σαφής νομική και ηθική υποχρέωση. Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει αποδείξει στην πράξη, αυτή την αρχή. Η Ελλάδα διεκδικεί την επιστροφή πολιτιστικών θησαυρών που αφαιρέθηκαν από το έδαφος ή τα μουσεία της —με πλέον εμβληματική περίπτωση αυτή των Γλυπτών του Παρθενώνα. Παράλληλα, δεν διστάζουμε να προχωρήσουμε στην επιστροφή πολιτιστικών αγαθών, που εντοπίστηκαν στη χώρα μας ως προϊόντα παράνομης διακίνησης».