«Σινέ Μορένα»: Κλωθογυρίζει σαν παιδικό-εφηβικό όνειρο. Μοσχοβολάει αγιόκλημα και γιασεμί. Αξέμπλεχτο άρωμα στα ρουθούνια σαν απ’ τον νου περνάνε κινηματογραφικές σκηνές που χόρταιναν όλες τις αισθήσεις.
Το καλοκαίρι άρχιζε για τα νιάτα μας όταν το κάτω θέατρο σφράγιζε μετά από μια περίοδο λιγοστών, αλλά πολύ ελκυστικών για τα επαρχιώτικα μάτια μας παραστάσεων. Τότε άνοιγε η πλαϊνή από αριστερά πόρτα, που μέσα από μια ομολογουμένως ασφυκτική είσοδο οδηγούσε ανεβαίνοντας καμιά εικοσαριά σαρακοφαγωμένα σκαλοπάτια σε θέαση κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η αίσθηση ελευθερίας ταίριαζε απόλυτα, θυμάμαι, στα αχαλίνωτα όνειρά μας, που δεν γνώριζαν όρια και μας οδηγούσαν μόνο ψηλά.

Ο συγγραφέας Διονύσης Λεϊμονής
Από το πρωί της μέρας οι ώρες κυλούσαν εξαιρετικά αργά ως το σούρουπο που θα ανεβαίναμε στη μεγάλη ταράτσα με τη γιγάντια οθόνη. Το έργο δεν μας πολυενδιέφερε. Η γοητεία κρυβόταν αλλού. Σ’ εκείνο το μεθύσι των πέντε αισθήσεων. Πρώτα η όσφρηση, μετά γαλήνευε η ματιά περικυκλωμένη από κάτασπρους τοίχους πνιγμένους στο πράσινο, που δεν σύγκλιναν όμως σε καμιά οροφή… Οι θέσεις βολεμένες πρόχειρα. Θέσεις από πλεγμένες πλαστικές λωρίδες σε κάθισμα και πλάτη. Νωρίς νωρίς γινόταν το κατάβρεγμα, το πότισμα των λουλουδιών, μια αναγκαία δοκιμαστική προβολή. Και πριν καλά καλά το καταλάβουμε, κατέφθαναν οι επίδοξοι θεατές. Απ’ όλες τις ηλικίες ανταμώματα, με καλά ρούχα οι πιο μεγάλοι, με το μαλλί περιποιημένο στην τρίχα οι γυναίκες, με προσεγμένο ανάλαφρο ντύσιμο οι άντρες, πιο χύμα τα παιδιά. Το μελισσολόι βούιζε εκεί ψηλά, η διεκδίκηση των «καλών» θέσεων καμιά φορά σήκωνε μικροταραχές, διαμάχες, τσιριχτά, σπρωξίματα. «Ολοι θα δείτε, ρε παιδιά», ακουγόταν η φωνή του «Μορένα», δείχνοντας ευθεία μπροστά την τεράστια οθόνη. Κι εγώ έμπαινα στον πειρασμό να σκεφτώ αν τον λέγανε «Μορένα» κι έδωσε το όνομά του στο σινεμά ή κάτι σήμαινε η λέξη, ονόμασε έτσι το ξεσκέπαστο θέατρο κι οι χωριανοί τού κόλλησαν το παρατσούκλι ώστε να ξεχαστεί το βαφτιστικό του. Τι σημασία είχε;
Το σκοτάδι άρχισε να τυλίγει διαφορές κι ένωνε προσμονές. Χαλιναγωγούσε κάθε νευρική διάθεση, καθήλωνε μικρούς μεγάλους με κλειστά στόματα κι ολάνοιχτα μάτια. Μόνο μια φωνή ακουγόταν γύρω μας λίγο πριν παίξει η ταινία. «Αμυγδαλάκι, στραγαλάκι, φιστίκι έχω… Πασατέμπο, πορτοκαλάδα, λεμονάδα, ορίστε…». Ωρα ήταν να ενεργοποιηθεί κι η πέμπτη αίσθηση, απαραίτητο συμπλήρωμα μιας βουβής θέασης με υπόκρουση το τσίκι τσίκι! Κρατούσε στο χέρι το άσπρο καλάθι, ντυμένος στα ολόασπρα, με καπελάκι στην απόχρωση του πάγου. Κινούνταν σαν αερικό ανάμεσά μας, έπαιρνε διακριτικά τα χρήματα χέρι με χέρι, άφηνε στο δικό μας ένα-δυο άσπρα χάρτινα σακουλάκια πιασμένα στην πάνω άκρη με μια σφήνα συρραπτικού. Η ταινία άρχιζε να εξελίσσεται μπροστά μας ξεσηκώνοντας άλλοτε διακριτικά, άλλοτε πιο ατίθασα ομαδικά επιφωνήματα. Αποδοχής ή επίκρισης, ανάλογα με το τι προσλάμβαναν η όραση και η ακοή… Συχνά πυκνά η ματιά έκανε τη δική της απόδραση προς τα πάνω. Ιδίως αν συναγελάζονταν μπόλικα αστέρια. Χάναμε έτσι κάτι από τους υπότιτλους αν η ταινία ήταν ξένη. Υπερτερούσαν για αυτό οι ελληνικές!!! Μα δεν πηγαίναμε μόνο να δούμε ένα έργο, μια ζωή βλέπαμε, μια ζωή με πολλές πτυχές κι απολαύσεις. Κι αν τύχαινε να φυσάει κανένα ελαφρό μελτεμάκι, τότε ξέφευγαν ανενδοίαστα από γυναικεία κυρίως στόματα- κι ούτε που το λαμβάναμε αυτό ως ρατσιστικό- κάτι μακρόσυρτα αχχχχ και μμμμ, δίνοντας μικρότερη ή μεγαλύτερη ανάπαυλα στις πολύχρωμες βεντάλιες που έδιναν κι έπαιρναν στα ξεμπράτσωτα χέρια τους.
Μα τίποτα δεν κρατάει αιώνια…
Η ταινία συνέχιζε, εξελισσόταν η υπόθεση στο λευκό πανί κι ας τραγουδούσε ο γρύλος πασίχαρος που εκείνη τη βραδιά είχε παραβιαστεί η μοναχικότητά του. «Αμυγδαλάκι, στραγαλάκι, φιστίκι έχω… Πασατέμπο, πορτοκαλάδα, λεμονάδα, παρακαλώ…» ακουγόταν τώρα σε τόνο ελάσσονα. Αστραφταν κάποια μάτια αυστηρά πάνω του, μα εκείνος πρόσβλεπε πιο πολύ στις ξελιγωμένες ματιές παρά στις εχθρικές! Ενα «σσσσσςςς» καμιά φορά τον επανέφερε στην τάξη, αναγκάζοντάς τον να κολλήσει το λιπόσαρκο κορμί του στον πίσω τοίχο της ταράτσας σαν τιμωρημένο μαθητούδι. Μεσούσης της ταινίας ξαφνικά άναβαν τα φώτα. Μια βαρβαρότητα!!! «Δεκάλεπτο διάλειμμα» ειδοποιούσε ο κύριος «Μορένας». Αλλοι δυσανασχετούσαν: «Στο καλύτερο..», ακουγόταν από κάποια στόματα. Τα λεπτά περνούσαν αργά για όσους επέμεναν πως χάθηκε το όνειρο, δεν άντεχαν την επαναφορά στην πραγματικότητα. Σήκωναν το βλέμμα ψηλά ή παρηγοριούνταν χαζεύοντας γύρω τους το αλλοπρόσαλλο κοινό.
Μα τίποτα δεν κρατάει αιώνια. Ούτε το διάλειμμα. Τα φώτα χαμήλωναν κι όλοι κουρνιάζαμε ξανά γύρω από το κινηματογραφικό ψέμα. Ιδιο για όλους. Μικρούς και μεγάλους. Πάλι τσίκι τσίκι, πάλι ατομικές ή ομαδικές αντιδράσεις. Γέλιο ή κλάμα, αντιδράσεις φόβου ή αγωνίας. Το πλαστό γινόταν πραγματικό, ο μύθος αλήθεια… Κι όλα αυτά μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους. Ακόμα κι αυτούς τους παρακολουθούσε το κοινό με ενδιαφέρον. Σαν να μη βόλευε να σηκωθούμε από τις θέσεις μας. Σαν να μην είχαμε χορτάσει ακόμα την παραμονή μας στο Σινέ «Μορένα». Το καλοκαίρι ήταν μπροστά μας, είχε αρχίσει κι αυτή την αρχή θέλαμε να τη θεωρούμε ατελεύτητη. Ο «Μορένας» εκεί θα ήταν, χρόνια τώρα… Οι καληνύχτες έσβηναν τα φώτα μιας μαγικής βραδιάς. Ούτε που βάζαμε στον νου μας ότι σε λίγα χρόνια θα ατονούσαν κι αυτές και θα περιοριζόταν σε ξεψυχισμένα ανταμώματα στα ελάχιστα σινέ, διάσπαρτα εδώ όχι σαν μια θερινή απόδραση, αλλά σαν μια πικρή αναπόληση μοντέρνας εποχής!!! Καληνύχτα, κύριε «Μορένα».
