Γεννήθηκα σε μια παλιά μονοκατοικία της οδού Κασσάνδρου. Απέναντι από το σπίτι μας βρισκόταν ο θρυλικός κινηματογράφος «Αίγλη». Από το παράθυρο του σπιτιού βλέπαμε κάθε βράδυ σινεμά.
Μαζεύονταν κι άλλα παιδιά της γειτονιάς και παρακολουθούσαμε όλοι μαζί τις ταινίες. Τις ταινίες τις βλέπαμε μία και δύο φορές. Μία μέρα ήρθαν μπουλντόζες και κατεδάφισαν τη μονοκατοικία, που οφείλω να πω πως ήταν ετοιμόρροπη, από την εποχή του Μεσοπολέμου, κι έχτισαν μια κακόγουστη πολυκατοικία με ασανσέρ, όπως περηφανευόταν η μάνα μου, γιατί εκείνα τα χρόνια το ασανσέρ ήταν μεγάλη καινοτομία. Για κακή μας τύχη, η πολυκατοικία χτίστηκε λίγο παρακάτω, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε πια να βλέπουμε σινεμά παρά μονάχα απ’ την άκρη του μπαλκονιού. Κάτι που ήταν πολύ άβολο. Ακούγαμε όμως τις συνομιλίες και τα τραγούδια ως αργά τη νύχτα και συχνά δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Ομως για μένα αυτές οι ομιλίες και οι μουσικές εξελίχθηκαν με τον καιρό σ’ ένα γλυκό νανούρισμα. Σιγά σιγά άρχισα να πηγαίνω στην «Αίγλη» μόνη μου, με την εποπτεία της μάνας μου και της γιαγιάς μου απ’ το μπαλκόνι του σπιτιού μας φυσικά, που έβλεπε στην αυλή της «Αίγλης».

Η συγγραφέας Κατερίνα Καριζώνη
Ωστόσο, το βράδυ έπιανε ένα γλυκό αεράκι που έφερνε τη μυρωδιά απ’ το αγιόκλημα, που σκέπαζε την πίσω πλευρά της οθόνης. Νύχτες αρωματισμένες, με το φεγγάρι να αιωρείται πάνω απ’ το κεφάλι μας και τις ιστορίες να ξετυλίγονται πάνω στη λευκή οθόνη. Η απόλυτη απόλαυση. Οταν τέλειωνε το έργο κι άναβαν τα φώτα, ακούγαμε τραγούδια της εποχής.
Καμιά φορά σκέφτομαι ότι η γειτνίαση μ’ αυτό το σινεμά στάθηκε αφορμή να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στη λογοτεχνία. Εμαθα να στήνω ιστορίες σαν να τις έβλεπα νοερά σ’ εκείνη τη λευκή οθόνη της «Αίγλης».
Τον χειμώνα τα έργα παίζονταν σε μια κλειστή αίθουσα, κάτω από δύο μεγάλους τρούλους. Μετά από χρόνια έμαθα ότι ο κινηματογράφος ήταν κάποτε τούρκικο λουτρό και λεγόταν Γενί Χαμάμ. Γι’ αυτό βρισκόταν τόσο κοντά στο υδραγωγείο της Κασσάνδρου -το υδραγωγείο ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω- και είχε την ιδιόρρυθμη αρχιτεκτονική με τους τρούλους, αλλά και με μια τοξωτή πόρτα που την είχαν χτίσει. Συχνά αναρωτιόμουν γιατί είχαν χτίσει αυτή την ωραία παραμυθένια πόρτα και είχαν ανοίξει μια άλλη, κακόγουστη, που οδηγούσε στο εσωτερικό του κινηματογράφου.
Τα έργα που παίζονταν ήταν ελληνικά, από τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και αμερικάνικα, τα περίφημα καουμπόικα, όπως και οι υπερπαραγωγές με αρχαιοελληνικά θέματα. Επίσης παίζονταν και ινδικά έργα, όπως «Ο τάφος του Ινδού», «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» κ.ά. Εκεί κλαίγαμε ομαδικώς, όπως και στα τουρκικά έργα που ήρθαν αργότερα και ήταν όλα ερωτικά και δακρύβρεχτα. Τα εμβληματικά έργα της εποχής, όπως ο Τζέιμς Μποντ, τα «Ανεμοδαρμένα ύψη», «Το όνομα του ρόδου» και πολλές άλλες σημαντικές ταινίες, τα είδαμε σε άλλες κινηματογραφικές αίθουσες στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Θυμάμαι ότι είχα ερωτευτεί τον Ρώσο ηθοποιό του «Αμλετ», τον Ιννοκέντι Σμοκτουνόφσκι. Το έργο το είδα 3-4 φορές. Μέχρι που έφτασαν στην «Αίγλη» οι δακρύβρεχτες ινδικές ταινίες, για να καταλήξουν στις τουρκικές υπερπαραγωγές, που συγκέντρωναν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ τον προσφυγικό κόσμο της περιοχής. Κι αυτό γιατί ο προσφυγικός κόσμος της Κασσάνδρου, που είχε έρθει από τη Μικρασία, ξανάβλεπε στην οθόνη εικόνες απ’ τις χαμένες πατρίδες.
Στις τούρκικες ταινίες πήγαινε η γιαγιά μου, αλλά και οι Μικρασιάτισσες φίλες της. Οι περισσότερες ήξεραν τουρκικά, γι’ αυτό και παρακολουθούσαν πιο εύκολα τα έργα.
Εμένα πάλι με είχαν μάθει ο ιδιοκτήτης και ο ταμίας του κινηματογράφου και συχνά μ’ άφηναν να περνώ χωρίς εισιτήριο. Φαίνεται πως με συμπαθούσαν, καθώς ήμουν παιδί της γειτονιάς, και δεν μου έκοβαν εισιτήριο.
Θυμάμαι ακόμα ότι στον διάδρομο της «Αίγλης» που οδηγούσε στον κινηματογράφο ήταν κρεμασμένες κάτι μεγάλες ασπρόμαυρες φωτογραφίες που απεικόνιζαν τις καλλονές της εποχής, όπως Σοφία Λόρεν, Μπριζίτ Μπαρντό, Κλαούντια Καρντινάλε, και Ελληνίδες: Αλίκη Βουγιουκλάκη, Τζένη Καρέζη, Ρίκα Διαλυνά και άλλες.
Γύριζα στο σπίτι, στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και προσπαθούσα να μιμηθώ αυτές τις καλλονές του σινεμά στο χτένισμα, στο βάψιμο, στο ύφος. Ισως όταν μεγάλωνα να μπορούσα να τους μοιάσω, έλεγα μονολογώντας.
Τη δεκαετία του ’80 μετακομίσαμε σ’ ένα νεόκτιστο σπίτι στην Καλαμαριά. Την ίδια εποχή περίπου έκλεισε και η «Αίγλη». Τότε άρχισα να πηγαίνω στους κινηματογράφους του κέντρου. Ομως δεν ήταν το ίδιο. Ηταν χειμερινοί και πνιγηροί, δεν βλέπαμε τον ουρανό, δεν μας φυσούσε το γλυκό αεράκι της «Αίγλης». Με τις ενοικιαζόμενες κασέτες χάθηκε η παλιά μαγεία του κινηματογράφου.
Οποτε περνάω απ’ την «Αίγλη», που δεν είναι πια κινηματογράφος αλλά εστιατόριο μετά μουσικής, κλίνω το γόνατό μου νοερά σαν να προσκυνώ ένα παλιό μνημείο. Γιατί η «Αίγλη» είναι μνημείο των παιδικών μου χρόνων, είναι το περιβάλλον όπου καλλιέργησα τη λογοτεχνική και ποιητική γραφή μου, είναι τα μπαλκόνια των γύρω σπιτιών που έσφυζαν από κόσμο, οι τζαμπατζήδες που στριμώχνονταν για να δούνε σινεμά δρασκελίζοντας τον τοίχο που περιέβαλλε τον κινηματογράφο. Ωσπου πήρε ανάποδες στροφές ο ιδιοκτήτης και κρέμασε λάμπες γύρω απ’ το σινεμά. Οι λάμπες σε τύφλωναν και δεν μπορούσες να δεις την οθόνη.
Να γιατί η ιστορία της «Αίγλης» συνδέεται με την ιστορία της πόλης και γιατί κηρύχτηκε διατηρητέο μνημείο. Γιατί είναι μνημείο – όπως και δικό μου μνημείο των ανέμελων παιδικών μου χρόνων.


















![Μείωση τιμών σε 994 προϊόντα: Ποια αγαθά και κρέατα φθηναίνουν έως 33% [λίστες]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2026/07/supermarket-300x200-jpg.webp)




