Καλοκαίρι στην Αθήνα. Ζέστη, παγωτά, βόλτες στο κέντρο της πόλης και θερινά σινεμά τα βράδια, όταν ο ήλιος έχει δύσει και κάποιο αεράκι προσπαθεί δειλά να δροσίσει τα ταλαιπωρημένα κτίρια και τους ανθρώπους από τον καύσωνα της ημέρας.
Έτσι έχω συνδυάσει τα τελευταία καλοκαίρια μου στη πόλη. Παρόλο που αγαπάω καθ’ ένα σινεμά της, είτε σε αυλή είτε σε ταράτσα με θέα, το περασμένο καλοκαίρι σύχναζα αρκετά στο «cine Αλεξάνδρα» στο Χολαργό. Ένας σινεφίλ χώρος που φιλοξενεί κάθε καλοκαίρι πέρα από τις νέες και παλιές, κλασικές ταινίες του Χόλιγουντ ή του ευρωπαϊκού κινηματογράφου που λίγα σινεμά της πόλης προβάλλουν. Ένα σινεμά σε μία γειτονιά, μακριά από το κέντρο, τους τουρίστες και τις τεράστιες ουρές στον γκισέ και στο μπαρ για σνακ. Όλα πιο ήρεμα, ανάμεσα στα δέντρα και τα σπίτια. Πριν ξεκινήσει μία ταινία μού αρέσει πάντα να παρατηρώ τον χώρο και τους ανθρώπους γύρω μου. Προσπαθώ να φτάνω νωρίτερα ώστε να επιλέγω τη θέση όπου θα απολαύσω καλύτερα την ταινία μου και έπειτα να παρατηρώ τον κόσμο να γεμίζει εξίσου επιλεκτικά τον χώρο απέναντι στο λευκό πανί.

Από τη συγγραφέα Κατερίνα Ιντζέμπελη
Από τις πρώτες κιόλας φορές στο σινεμά παρατήρησα ότι δεν ήμουν η μόνη με αυτή την περίεργη συνήθεια. Στα δεξιά του σινεμά, στον πρώτο όροφο της διπλανής πολυκατοικίας κατοικούσε μία ηλικιωμένη κυρία η οποία με το που έβλεπε να έρχεται κόσμος από δίπλα έβγαινε στο μπαλκόνι της και τους παρατηρούσε. Μου φαινόταν πολύ γλυκό γιατί μου θύμιζε την περιέργεια και των δικών μου γιαγιάδων είτε στην επαρχία είτε στα δυτικά προάστια της Αθήνας. «Θα δει τον κόσμο μέχρι να ξεκινήσει η ταινία και μετά όταν κλείσουν τα φώτα θα φύγει…» σκεφτόμουν από μέσα μου. Ωστόσο η κυρία καθόταν καθόλη τη διάρκεια της ταινίας στο μπαλκόνι με ελάχιστες παύσεις. Την παρατηρούσα με την άκρη του ματιού μου αρκετά συχνά. Πάντα μόνη, με τη γαλάζια νυχτικιά και τα λευκά της μαλλιά πάνω σε μία πλαστική ξεθωριασμένη από τον χρόνο και τον ήλιο καρέκλα με ένα το ίδιο ταλαιπωρημένο τραπεζάκι και ελάχιστα λουλούδια στις άκρες του μπαλκονιού.
Είδαμε μαζί πολλές ταινίες, «Το μίσος», «Ερωτική επιθυμία», «Ψυχώ», «Πεσμένα φύλλα», «Paris, Texas» και άλλες τόσες διαφορετικού είδους κάθε φορά. Ζήσαμε σκηνές βίας, πλατωνικών σχέσεων, είδαμε δολοφονίες, ερωτικές περιπέτειες, κοινωνικά δράματα και βιογραφίες. Ορισμένες φορές που τα βλέμματά μας συναντιούνταν τη χαιρετούσαμε και αυτή με τη σειρά της χαμογελούσε και μας ανταπέδιδε. Ένιωθα ότι κάθε φορά είτε ήμουν με παρέα είτε όχι «η γιαγιά Αλεξάνδρα», όπως αρχίσαμε να τη λέμε, θα ήταν εκεί. Όσο πέρναγε ωστόσο ο καιρός δεν ήμουν σίγουρη αν ακολουθούσε την πορεία της ταινίας ή εκείνη των σκέψεών της. Πολλές φορές στα διαλείμματα την έβλεπα να κοιτάζει ακόμα το πανί με τον ίδιο θαυμασμό που το κοίταζε πριν. Άλλοτε παρατηρούσε τον κόσμο γλυκά και χαμογελούσε και άλλοτε ατένιζε τον βαθύ έναστρο ουρανό.
Χθες το βράδυ, το σινεμά Αλεξάνδρα άνοιξε πάλι τις πόρτες του για να υποδεχθεί τους θαμώνες του. Ανυπομονούσα όλο τον χειμώνα γι’ αυτή τη στιγμή. Η μυρωδιά ποπ κορν κατέκλυσε τη γειτονιά μέχρι να φτάσω. Τα δέντρα πάλι ανθισμένα, όπως ακριβώς τα αφήσαμε την προηγούμενη χρονιά. Κάθισα στο αγαπημένο μου τραπεζάκι μαζί με την μπίρα μου και ξεκίνησα την παρατήρησή μου. Πρώτη πρώτη ήθελα να δω την «γιαγιά Αλεξάνδρα».

Γυρίζω το κεφάλι μου προς τα δεξιά και βλέπω τα παράθυρα κλειστά και σκονισμένα. Το τραπέζι και η καρέκλα άδεια, πιο ξεθωριασμένα από ποτέ. Όσο για τα ελάχιστα λουλούδια, μπορούσα να αντικρίσω μόνο τις γλάστρες πλέον. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω. Προσπαθούσα να θυμηθώ το πρόσωπό της, το βλέμμα της. Να είχε οικογένεια, παιδιά, σύζυγο; Ποτέ δεν είχα δει κανέναν μαζί της. Ίσως επειδή ήταν βράδυ κιόλας. Ποια να ήταν η δική της ιστορία; Πάντα πίστευα ότι ο κάθε άνθρωπος πρωταγωνιστεί στη δική του ταινία, έτσι φανταζόμουν και για τη «γιαγιά Αλεξάνδρα». Στο δικό μου σενάριο η κυρία «Αλεξάνδρα» θα ήταν μία κοινωνική γυναίκα, γεμάτη όρεξη για ζωή. Θα είχε κάνει πολλά ταξίδια και θα είχε να πει πολλές ιστορίες. Το σινεμά της γειτονιάς της θα πρέπει να ήταν ένα δώρο γι’ αυτή, γιατί μπορούσε να συνυπάρχει με τον τρόπο της σε ένα χώρο ψυχαγωγίας ακόμα και στα πιο αδύναμα χρόνια της. Δεν έχει σημασία το αν παρατηρούσε την υπόθεση των ταινιών, τους θεατές ή απλώς το λευκό πανί που φωτιζόταν από τον προτζέκτορα. Είμαι σίγουρη ότι στο μυαλό της αναπολούσε την δική της ταινία, της οποίας το φινάλε δεν θα μάθω ποτέ.
Τα φώτα έσβησαν, η ταινία ξεκίνησε, χωρίς την κυρία του πρώτου. Χθες με άγγιξε κάπως διαφορετικά. Καλό ταξίδι «γιαγιά Αλεξάνδρα».























