Μετά το lockdown, η Φανή κατέληξε πως η σιωπή δεν είναι ποτέ στ’ αλήθεια σιωπή. Εχει τους δικούς της ήχους: το βουητό του ψυγείου, το τρίξιμο του πατώματος, τα βήματα του γείτονα από πάνω, το νερό που κυλάει στις σωληνώσεις της πολυκατοικίας. Τις νύχτες οι ήχοι μεγαλώνουν, αποκτούν παρουσία και κάθονται δίπλα της σαν παλιοί γνώριμοι.
Ο άντρας της -ο ακατανόμαστος- την είχε εγκαταλείψει όταν η κόρη τους ήταν σχεδόν βρέφος. Το Μυρσινάκι της μεγάλωσε, έφυγε στο εξωτερικό και η ζωή της Φανής όλο και στένευε.

Η συγγραφέας Φωτεινή Καϊοπούλου
Τους μήνες της καραντίνας διάβασε βιβλία, είδε ταινίες, συγύρισε ντουλάπες και συρτάρια, έραψε κουμπιά και στριφώματα. Κι όταν τελείωσαν όλα αυτά, έμεινε αντιμέτωπη με τον εαυτό της. Και τότε κατάλαβε τι της είχε λείψει περισσότερο.
Τα θερινά σινεμά
Θα μπορούσε να διηγηθεί τη ζωή της σε κεφάλαια, μέσα από τις αυλές των θερινών της Θεσσαλονίκης. Για εκείνη, το καλοκαίρι άρχιζε με το άνοιγμα του «Ναταλί». Εκεί είχε πάει πρώτη φορά φοιτήτρια, εκεί είχε γνωρίσει τον ακατανόμαστο, εκεί είχε γελάσει, αγαπήσει, απογοητευτεί. Πήγαινε ακόμη και μόνη. Καθόταν με μια μπίρα στο χέρι κι άφηνε τις ζωές των άλλων να φωτίζουν για λίγο τη δική της. Σαν να ελάφραινε η μοναξιά όταν τη μοιραζόταν με ένα σωρό αγνώστους που κοίταζαν την ίδια οθόνη.
«Πρέπει να βγαίνω περισσότερο, ερημίτισσα έχω καταντήσει», μουρμούριζε καμιά φορά. Η αλήθεια ήταν πως ούτε πριν τον εγκλεισμό είχε ζωή. Η δουλειά, το παιδί, οι λογαριασμοί, οι μικρές αγωνίες κι οι φόβοι της καθημερινότητας παρέσυραν τα χρόνια σαν νερό. Εμαθε να ζει με λίγα, να μη ζητάει πολλά και κυρίως να μην περιμένει τίποτα.
Μια μέρα, στο κινητό της εμφανίστηκε η ανακοίνωση ενός ομίλου μπριτζ για έναρξη μαθημάτων. Το πήρε για σημάδι και γράφτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Δεν την κέρδισε το παιχνίδι, μα οι άνθρωποι. Και ανάμεσά τους ο Στέλιος, που κάθισε από την αρχή στην τετράδα της και δεν άλλαξε θέση ξανά. Συνταξιούχος μαθηματικός, ψηλός, λιγομίλητος, με βλέμμα καθαρό και εκείνο το σπάνιο είδος ευγένειας που δεν επιδεικνύεται. Της εξηγούσε τις συμβάσεις του παιχνιδιού με υπομονή και πότε πότε τη μάλωνε γλυκά.
«Πάλι αφηρημένη ήσουν».
«Εγώ είμαι της θεωρητικής», δικαιολογούνταν εκείνη γελώντας.

Μετά το μάθημα έβγαιναν όλοι μαζί για ποτό. Και η Φανή τσάκωνε τον εαυτό της να εύχεται να αργήσει να κυλήσει η βραδιά. Με τον καιρό άρχισε να αδημονεί για τις συναντήσεις. Και χωρίς να το καταλάβει, άρχισε να φροντίζει ξανά τον εαυτό της. Ξέθαψε από την ντουλάπα ρούχα ξεχασμένα, φόρεσε κραγιόν, σκέφτηκε ακόμη και να βάψει τα μαλλιά της. Οι μέρες του μπριτζ έγιναν μικρές γιορτές μέσα στην εβδομάδα.
Ένα βράδυ, τέλη Ιουνίου, μετά το παιχνίδι, ο Στέλιος τη ρώτησε:
«Θα περπατήσουμε στην παραλία;»
Περπάτησαν χωρίς βιασύνη, σαν να γνωρίζονταν χρόνια. Οταν έφτασαν μπροστά στο «Ναταλί», σταμάτησαν και οι δύο. Το παλιό θερινό έλαμπε μέσα στη νύχτα. Γιασεμί, ψίθυροι, μεταλλικές καρέκλες, η γλυκιά δροσιά που έφερνε ο Θερμαϊκός κι εκείνη η οθόνη που πάντα έμοιαζε με υπόσχεση.
«Εδώ γνώρισα τον άντρα μου», είπε η Φανή.
«Κι εγώ εδώ έζησα τον πρώτο μου έρωτα», απάντησε ο Στέλιος.
Για λίγο δεν μίλησαν. Ύστερα οι αναμνήσεις έγιναν εξομολογήσεις.
Ο Στέλιος είπε πως είχε χάσει τη γυναίκα του. Η Φανή δεν απάντησε· μόνο ακούμπησε το χέρι στον ώμο του. Δεν του μίλησε για τον ακατανόμαστο. Οι άνθρωποι της ηλικίας τους δεν χρειάζονται εξηγήσεις για τις ρωγμές τους.
Εδωσαν ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα.
Θα έβλεπαν μαζί το «Gloria».
Εκείνη τη μέρα η Φανή στάθηκε πολλή ώρα μπροστά στη ντουλάπα. Φούστα όχι – ίσως φαίνονταν οι ευρυαγγείες. Κοστούμι – μάλλον βαρύ. Διάλεξε λινό παντελόνι, ριχτή φλοράλ πουκαμίσα, κοραλλί πέδιλα. Τελευταία στιγμή φόρεσε και σερβιέτα ακράτειας – διά παν ενδεχόμενον.
Πήγε κομμωτήριο, έβαψε νύχια, μακιγιαρίστηκε διακριτικά κι έκανε όσα απαιτούνταν για ένα ραντεβού που είχε καθυστερήσει δεκαετίες.
Τελευταία στιγμή πήρε ομπρέλα. Σύννεφα είχαν μαζευτεί πάνω από τον Χορτιάτη.
Εφτασε πρώτη στο Ναταλί.
Από μέσα ακουγόταν ήδη η μηχανή προβολής. Εκείνος ο ήχος πάντα την ηρεμούσε – σαν να της έλεγε πως για λίγο η ζωή γίνεται ταινία και όχι πραγματικότητα.
Είδε τον Στέλιο απέναντι να της χαμογελά και να σηκώνει το χέρι.
Αρχισε να ψιχαλίζει.
Εβγαλε την ομπρέλα. Είχε μαγκώσει. Πάλεψε να την ανοίξει.
Ενα δευτερόλεπτο. Ισως δύο.
Οταν σήκωσε το βλέμμα, άκουσε φρενάρισμα.
Μετά κραυγές.
Μετά τίποτα.
Το μηχανάκι είχε περάσει με κόκκινο.
Ο Στέλιος κειτόταν στην άσφαλτο.
Ο κόσμος έτρεχε, φωνές, σειρήνες, η Φανή δεν έβλεπε τίποτα.
Εμεινε ακίνητη, παγωμένη, με την κλειστή ομπρέλα στα χέρια. Η βροχή, που δυνάμωνε, ξέπλυνε αργά το μακιγιάζ της, έκανε τη βαφή των μαλλιών να στάζει στο πρόσωπο και κατέστρεφε όσα είχαν επιμεληθεί τις προηγούμενες ώρες οι κομμώτριες, με πιστολάκια, διογκωτικούς αφρούς, σπρέι για γερό κράτημα.
Και μέσα σ’ εκείνη τη βοή του δρόμου, τις σειρήνες και τις κραυγές του κόσμου, η Φανή κατάλαβε πως η σιωπή έχει κι ακόμη έναν ήχο: εκείνον που κάνει η ελπίδα όταν συντρίβεται.






















![Επίδομα θέρμανσης: Ποιοι και πότε θα λάβουν τα χρήματα [αναλυτικοί πίνακες]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2021/11/epidoma-thermansis.jpg)
