Το σίγουρο είναι πως τα τελευταία χρόνια πυροδοτεί έναν κύκλο αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Εκκλησία και σε κάποια μερίδα πιστών. Η είδηση του θανάτου δύο μεγάλων προσωπικοτήτων της ελληνικής δημόσιας ζωής, του δημοσιογράφου Γιώργου Παπαδάκη και του ηθοποιού Χρήστου Πολίτη, μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του 2026, προκάλεσε συγκίνηση και παράλληλα άνοιξε, με έναν απρόσμενο τρόπο, μια μεγάλη συζήτηση που η ελληνική κοινωνία συνήθως αποφεύγει.
Αμφότεροι επέλεξαν την καύση και όχι την ταφή. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ότι ολοένα και περισσότερος κόσμος εκδηλώνει ενδιαφέρον για την επιλογή της καύσης, πρώτα απ’ όλα διότι στις μεγάλες πόλεις υπάρχει το θέμα της έλλειψης χώρου στα νεκροταφεία, αλλά και λόγω της σκληρής ψυχολογικής δοκιμασίας στην οποία υποβάλλονται οι συγγενείς όταν μερικά χρόνια μετά χρειάζεται να ανοίξουν τον τάφο του νεκρού τους και να τοποθετήσουν τα οστά του σε οστεοφυλάκιο.
Η προσέγγιση της Εκκλησίας αποτυπώνει το ποιμαντικό της πρόσωπο, που δεν καταδικάζει αλλά συμπονεί και προσεύχεται για τον ανθρώπινο πόνο. Η Ορθόδοξη πίστη στηρίζει τη θεολογία της ζωής και της Ανάστασης, ενώ ταυτόχρονα επισημαίνει την τελική κρίση, που ανήκει μόνο στον Θεό.
Η καύση των νεκρών αποτελεί μια πραγματικότητα που κερδίζει έδαφος, αμφισβητώντας παραδόσεις αιώνων και θέτοντας βαθιά ερωτήματα για τη φύση της ψυχής, τον σεβασμό στον νεκρό και τον ρόλο της Εκκλησίας. Γιατί, όμως, οι πολίτες μπαίνουν στο δίλημμα, ταφή ή αποτέφρωση; Πώς γίνεται να είναι κάποιος Χριστιανός Ορθόδοξος και να αντιμετωπίζει την Ανάσταση νεκρών ως «παραμύθι»; Ποιοί παράγοντες τον κάνουν να αναθεωρήσει την πίστη του;
Μητροπολίτης Μεσσηνίας: Το γεγονός της Αναστάσεως των νεκρών, σώματος και ψυχής, αποτελεί την βάση της πίστεως
Ο μητροπολίτης Μεσσηνίας, κ.κ. Χρυσόστομος μίλησε αποκλειστικά στο E.T. Magazine του Eleftherostypos.gr και δίνει απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα πάνω σε ένα θέμα που απασχολεί έντονα την κοινωνία αλλά και την Εκκλησία.

Τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο προσκήνιο το ζήτημα της καύσης των νεκρών. Μάλιστα, πολλοί είναι οι επώνυμοι που επιλέγουν την καύση, μετά το τέλος της ζωής τους. Γιατί οι πολίτες μπαίνουν στο δίλημμα ταφή ή αποτέφρωση;
Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια το θέμα της καύσης των νεκρών, συχνά-πυκνά, βρίσκεται στην επικαιρότητα και πολλοί επιλέγουν την καύση και όχι την ταφή τους, κινούμενοι συνήθως από ιδεολογικά και πολιτικά κίνητρα, πιστεύοντας ότι μ’ αυτό τον τρόπο εκφράζουν έναν προοδευτισμό, απορρίπτοντας κάθε έκφραση δήθεν κατεστημένου και εκδήλωση κάθε μορφής παραδοσιακότητας.
Ποια η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησία και ειδικότερα της Εκκλησίας της Ελλάδος για το θέμα της καύσης των νεκρών;
Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Ελλάδος με αποφάσεις, από το 1999 έως και το 2014, έχει τονίσει ότι αναγνωρίζει για τους Ορθοδόξους ως μοναδικό τρόπο την ταφή και όχι την καύση, ενώ δεν αρνείται στον οποιονδήποτε να επιλέγει την καύση, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τη δική του θρησκευτική πεποίθηση (ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι). Επιπλέον, επισημαίνει ότι η καύση των νεκρών αποτελεί καταστρατήγηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων, έλλειψη σεβασμού και φροντίδας του ανθρώπινου σώματος, μηδενιστική αντίληψη για την αξία του ανθρωπίνου προσώπου.
Για δεκαετίες παρέμενε ένα θέμα ταμπού για την ελληνική κοινωνία. Με δεδομένο ότι πολλές θρησκείες διακηρύττουν τη μετά θάνατον ζωή, συμμερίζεστε την θεωρία ότι καλύπτεται έτσι μια ψυχολογική ανάγκη του ανθρώπου;
Θα έλεγα ότι είναι μία ιδεολογική ικανοποίηση περισσότερο και μάλιστα στο πλαίσιο μιας τάσης αποχριστιανοποίησης της ζωής, όπως επικρατεί στη Δύση.
Πολλές φορές, εκπρόσωποι εταιριών που ασχολούνται με την καύση νεκρών εγκαλούν την Εκκλησία καθώς δεν δίνει τη δυνατότητα να διαβαστούν οι νεκροί, δημιουργώντας έτσι μια εικόνα ότι η Εκκλησία είναι η «κακή». Τιμωρούνται όσοι επιθυμούν την καύση;
Ποτέ η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής του κάθε ανθρώπου ακόμη και για την καύση των νεκρών, όμως, είναι συγχρόνως υποχρεωμένη να διδάξει και να κατηχήσει τα πιστά μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, για τις θέσεις Της και τις απόψεις Της ως προς το συνεχώς διογκούμενο φαινόμενο της καύσης, αλλά και να προφυλάξει τα πιστά μέλη Της από κάθε είδους παραπληροφόρηση και προπαγάνδα.
Η Εκκλησία επιτρέπει «κατ’ άκραν οικονομίαν» την τέλεση τρισαγίου και αυτό ως μία έκφραση φιλανθρωπίας προς τον νεκρόν, χωρίς να συνεπάγεται έμμεσα ότι αναγνωρίζει ή αποδέχεται την καύση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με το παράδειγμα του Χριστού, με την διδασκαλία Της και την παράδοσή Της δεν επιτρέπει για τα μέλη της την καύση του σώματός τους, γιατί το σώμα είναι «ναός του Αγίου Πνεύματος», συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης υπόστασης, γι’ αυτό και το περιβάλλει με σεβασμό και τιμή και το θεωρεί στοιχείο της κοινής Αναστάσεως των ανθρώπων. Η Ανάσταση των σωμάτων επιβεβαιώνει την έννοια άνθρωπος, αφού το σώμα του ανθρώπου εάν δεν αναστηθεί, τότε δεν θα υπάρχει άνθρωπος.

Πώς γίνεται να είναι κάποιος Χριστιανός Ορθόδοξος και να αντιμετωπίζει την Ανάσταση νεκρών ως «παραμύθι»; Ποιοί παράγοντες τον κάνουν να αναθεωρήσει την πίστη του;
Ακριβώς αυτή είναι η ουσία του ερωτήματός σας. Πως μπορεί κάποιος να λέει ότι ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία και να μην αποδέχεται την διδασκαλία της, ως έκφραση πίστης; Η μετοχή και συμμετοχή στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δεν μπορεί να γίνεται «à la carte» ως προς το περιεχόμενο της πίστης και μάλιστα για σοβαρά θεολογικά θέματα, όπως αυτό του σεβασμού και της τιμής στο ανθρώπινο σώμα, το οποίο ως δημιούργημα του Θεού δεν μπορεί κανένα μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας να το απορρίπτει ή να το φθείρει και να το καταστρέφει.
Ένα μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κληρικός ή λαϊκός, δεν μπορεί να αυτονομείται ή να διαφοροποιείται για τέτοια θέματα, σημαντικά και σπουδαία, από την διδασκαλία της Εκκλησίας, και να διδάσκει αλλότρια. Η Εκκλησία «εν συνόδῳ» και μόνο, έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο και Αυτή πρέπει να ακολουθούμε στα θέματα της πίστεως και της εκκλησιαστικής ζωής και παράδοσης, ακόμη και αν θα πρέπει να εφαρμοστεί η ακρίβεια ή η φιλάνθρωπη οικονομία.
Η εκκλησιαστική πίστη προσβλέπει στην τιμή προς τον άνθρωπο ακόμη και ως νεκρό. Μήπως ο θάνατος, είναι υπόθεση πολύ «ατομική» για τον καθένα όπου θα έχει και την ευθύνη των πράξεων του;
Τίποτε μέσα στη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι «ατομικό», όλα βρίσκονται σε μία αμφιμονοσήμαντη και αλληλοσυμπληρούμενη σχέση ακόμη και ο ίδιος ο τρόπος της ζωής των Χριστιανών, ως μελών του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας, γι’ αυτό και οι αποφάσεις κρίνονται από το ίδιο το εκκλησιαστικό σώμα, την εκκλησιαστική κοινότητα και δεν είναι θέμα εφαρμογής ή επιβολής «προσωπικών» απόψεων, ατομικών πεποιθήσεων ή θέσεων τού κάθε πιστού. Εξάλλου, στην Εκκλησία δεν υπάρχει η έννοια του ατομικού δικαιώματος επειδή κανείς δεν πρέπει να επιδιώκει το δικό του θέλημα, αλλά να σέβεται και να αποδέχεται και του άλλου.
Για παράδειγμα, η τιμή και η αποδοχή του ανθρώπου και του σώματός του για την Εκκλησία υφίσταται από τη στιγμή της σύλληψής του στη μήτρα της μητέρας του «έως εσχάτων», μέχρι και μετά τον θάνατο. Κανένας δεν έχει το «δικαίωμα» και για οποιαδήποτε ιδεοληπτική αντίληψη ή πεποίθηση να λέει ότι ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την ίδια στιγμή να απορρίπτει την αποδοχή και τον σεβασμό του ανθρωπίνου σώματος ή να αποδέχεται, ένεκα ενός προοδευτισμού, ότι δεν υφίσταται Ανάσταση σωμάτων αλλά μόνο ψυχής. Το συγκεκριμένο γεγονός της Αναστάσεως των νεκρών, σώματος και ψυχής, δεν είναι «ένα παραμύθι» αλλά αποτελεί την βάση της πίστεως, γιατί πίστη χωρίς την Ανάσταση είναι μάταιη.
Υπενθυμίζω την προφητεία του Ιεζεκιήλ, όπου αναφέρεται στην κοινή Ανάσταση και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο θα «αρμόσουν» τα οστά και η σάρκα κατ’ εκείνη τη στιγμή. Άρα, είναι απαραίτητα και τα οστά και η σάρκα και η ψυχή, ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα κατά την κοινή Ανάσταση.
Πώς θα πρέπει να λειτουργούν οι ιερείς στους οποίους ασκούνται πιέσεις και «παρακάλια» φίλων και συγγενών, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τρισάγιο;
Ο κάθε κληρικός έχει την αναφορά του στην Εκκλησία μέσα από τον επίσκοπό του και δεν αυτενεργεί, ούτε αποφασίζει μόνος του, άρα θα απευθυνθεί στον επίσκοπο για να τελέσει ή όχι το, «κατ’ άκραν οικονομίαν», τρισάγιο, όπως έχει αποφασίσει και η Ιερά Σύνοδος.
Ένα από τα επιχειρήματα όσων είναι υπέρ της καύσης των νεκρών, είναι η επώδυνη και τραυματική η διαδικασία της εκταφής και ότι αυτή ακολουθεί για τους συγγενείς. Tι έχετε να απαντήσετε;
Η εκταφή των νεκρών δεν είναι θέμα εκκλησιαστικό, αλλά των Δήμων και της διαχείρισης των κοιμητηριακών χώρων. Η ταφή δεν συνεπάγεται υποχρεωτική εκταφή για την Εκκλησία, αυτό άλλωστε τηρείται στην επαρχία κυρίως και στα κοιμητήρια των χωριών, όχι όμως και των αστικών κέντρων. Οι τραυματικές και επώδυνες ψυχολογικές καταστάσεις των συγγενών και φίλων, δεν μπορούν να αποτελέσουν κριτήριο και αφορμή για την αποδοχή και εφαρμογή της καύσης των νεκρών, με την οποία αφανίζονται τα συστατικά στοιχεία του νεκρού ανθρώπου, καιόμενα και συνθλιβόμενα, ούτε και η ατομική θέση απέναντι στην ταφή εξαιτίας μιας ασυνήθιστης εικόνας αποσύνθεσης, αφού τραγικότερο όλων είναι αυτό καθαυτό το γεγονός του θανάτου.
Δώρα Αναγνωστέλου: Η καύση λειτουργεί ως ένας μηχανισμός ψυχολογικής άμυνας
Γιατί, όμως, κάποιοι επιλέγουν την καύση και όχι την ταφή μετά το τέλος της ζωής τους; Η μετάβαση από την παραδοσιακή ταφή προς την αποτέφρωση, αντανακλά ενδεχομένως βαθιές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο το άτομο νοηματοδοτεί την απώλεια, το σώμα και τη διαδικασία του πένθους, τονίζει στο E.T. Magazine του Eleftherostypos.gr η ψυχολόγος Δώρα Αναγνωστέλου (BSc Ψυχολογίας London Metropolitan University, MSc Παιδοψυχολογίας University of Central Lancashire, Ψυχοθεραπεύτρια RECBT), παρουσιάζοντας τους λόγους για τους οποίους κάποιος επιλέγει την αποτέφρωση, υπό το πρίσμα της επιστήμης της Ψυχολογίας.
1.Διαχείριση του «Μεταθανάτιου Άγχους» και της Φθοράς
Για πολλούς ανθρώπους, η εικόνα της σταδιακής αποσύνθεσης του σώματος στο έδαφος προκαλεί έντονο πρωτογενές άγχος. Η καύση λειτουργεί ως ένας μηχανισμός ψυχολογικής άμυνας, καθώς η «κάθαρση» μέσω της φωτιάς μεταβολίζει την τρομακτική εικόνα της οργανικής σήψης σε μια άμεση και πιο «καθαρή» μετάβαση. Η αποφυγή της εικόνας της αποσύνθεσης, συνδέεται με τη θεωρία της Διαχείρισης του Τρόμου (Terror Management Theory – TMT). Η καύση προσφέρει μια αίσθηση «συμβολικής κάθαρσης».
2. Επαναπροσδιορισμός της Εγγύτητας (Symbolic Immortality)
Ενώ η ταφή περιορίζει τη φυσική παρουσία του θανόντος σε έναν συγκεκριμένο, συχνά απόμακρο γεωγραφικό χώρο (κοιμητήριο), η καύση επιτρέπει τη διατήρηση της συμβολικής εγγύτητας. Η κατοχή της τεφροδόχου ή ο διασκορπισμός της τέφρας σε ένα σημείο με συναισθηματική αξία, προσφέρει στους πενθούντες μια αίσθηση συνεχιζόμενου δεσμού (Continuing Bonds Theory). Ο θανών παύει να είναι «έγκλειστος» και μετατρέπεται σε ένα στοιχείο που ενσωματώνεται στην καθημερινότητα ή στη φύση.
3, Αποφυγή του «Επαναλαμβανόμενου Τραύματος»
Η διαδικασία της εκταφής, η οποία είναι συνήθης σε πολλές παραδόσεις μετά από μερικά χρόνια, αναγνωρίζεται κλινικά ως μια δυνητικά επανατραυματική εμπειρία (re-traumatization) για την οικογένεια. Η καύση εξαλείφει την ανάγκη για μια δεύτερη «κηδεία» ή την επαφή με τα οστά, επιτρέποντας στη διαδικασία του πένθους να ακολουθήσει μια πιο ομαλή και γραμμική πορεία προς την αποδοχή.
4. Αυτονομία και Αυτοδιάθεση
Παρατηρείται μια αυξανόμενη ανάγκη του σύγχρονου ατόμου για αυτοδιάθεση. Η επιλογή της καύσης μπορεί να αποτελέσει την τελευταία πράξη αυτονομίας του ατόμου στο σώμα του.
5. Ψυχολογική Προσαρμογή και Τελετουργικές διαδικασίες
Σύγχρονες μελέτες (όπως αυτές των Mitima-Verloop κ.ά.), δείχνουν ότι η ικανοποίηση από τον τύπο της τελετής (ταφή ή καύση) συνδέεται άμεσα με την ομαλότερη προσαρμογή στην απώλεια.


