Μέσα από τις σελίδες του παρουσιάζεται η βιομηχανική ιστορία έντεκα δεκαετιών της Βόρειας Ελλάδας, αποτυπώνοντας τη διαδρομή της μεταποιητικής παραγωγής από τα τέλη του 19ου αιώνα έως το 1980 και αναδεικνύοντας τον καθοριστικό της ρόλο στη διαμόρφωση της οικονομικής και κοινωνικής φυσιογνωμίας της περιοχής.
Η έκδοση «Ιστορική επισκόπηση της βιομηχανίας στη Βόρεια Ελλάδα 1870-1980» αξιοποιεί ιστορικές πηγές, στατιστικά δεδομένα και αρχειακό υλικό για να φωτίσει τις μεγάλες μεταβολές που συντελέστηκαν σε διάστημα 110 ετών, από την εποχή των μικρών οικοτεχνικών και εργαστηριακών μονάδων έως την ανάπτυξη της σύγχρονης εργοστασιακής παραγωγής.

Παράλληλα, αναδεικνύει τις προκλήσεις, τις ανισότητες και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η βορειοελλαδική βιομηχανία στην προσπάθειά της να εδραιωθεί και να διατηρήσει τη θέση της στον παραγωγικό χάρτη της χώρας.
Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στον τόμο του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) αποτυπώνουν το μέγεθος του μετασχηματισμού. Από το 1920 έως το 1980 ο αριθμός των μεταποιητικών επιχειρήσεων στη Βόρεια Ελλάδα πενταπλασιάστηκε, ενώ εκείνος των μεγαλύτερων επιχειρήσεων δωδεκαπλασιάστηκε.

Αντίστοιχα, δωδεκαπλασιάστηκε ο αριθμός των μονάδων που χρησιμοποιούσαν μηχανική ενέργεια, ενώ η συνολική ιπποδύναμη αυξήθηκε κατά 75 φορές και οι απασχολούμενοι στον μεταποιητικό τομέα κατά έντεκα φορές. Η ανάπτυξη, ωστόσο, δεν υπήρξε ομαλή ούτε ακολούθησε μια σταθερά ανοδική πορεία. Στην ιστορική διαδρομή της βιομηχανίας καταγράφονται περίοδοι ταχείας ανάπτυξης, επιβράδυνσης, αλλά και καταστροφής και οπισθοδρόμησης, με τη μεγαλύτερη αλλαγή στη μηχανική κίνηση και την ιπποδύναμη να σημειώνεται κατά την εικοσαετία 1960–1980.
Η μεταβολή αυτή αποδίδεται κυρίως στην ίδρυση μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, αλλά και στην εκμηχάνιση της βιοτεχνίας, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικής της περιοχής. Ενδεικτικό του μεγέθους της ανάπτυξης είναι το στοιχείο ότι το 1978, με βάση την ιπποδύναμη σε σχέση με τον πληθυσμό, η μεταποίηση στη Βόρεια Ελλάδα βρισκόταν σε καλύτερη θέση από εκείνη της Βρετανίας, της βιομηχανικής πρωτοπόρου της εποχής, το 1907!
Όπως διευκρινίζεται στην έκδοση, η αναφορά δεν συνιστά άμεση σύγκριση των δύο βιομηχανικών οικονομιών, αλλά προσφέρει μια χαρακτηριστική εικόνα της έκτασης που είχε αποκτήσει η βορειοελλαδική μεταποιητική δραστηριότητα.
Η ιστορική αναδρομή αρχίζει από τις προβιομηχανικές μορφές παραγωγής, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί στη Μακεδονία ήδη από τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Επρόκειτο κυρίως για δραστηριότητες μικρής κλίμακας και υψηλής έντασης εργασίας, με εργαστηριακή ή οικοτεχνική μορφή. Η μεταποίηση στον βορειοελλαδικό χώρο είχε φτάσει στο ζενίθ της στις αρχές του 19ου αιώνα, προτού εξασθενήσουν σταδιακά ορισμένοι από τους βασικούς τομείς της.

Η εικόνα, ωστόσο, δεν ήταν αυτή μιας περιοχής χωρίς παραγωγική δραστηριότητα, καθώς στις μακεδονικές πόλεις λειτουργούσε ένα εκτεταμένο δίκτυο μικρών, εξειδικευμένων επιχειρήσεων, οι οποίες κάλυπταν τόσο τις ανάγκες της τοπικής αγοράς όσο και τις απαιτήσεις του εμπορίου.
Στη Θεσσαλονίκη, την Έδεσσα, τη Βέροια, τη Νάουσα, τις Σέρρες και την Κοζάνη αναπτύσσονταν εργαστήρια διατροφής και ένδυσης, μονάδες επεξεργασίας δερμάτων, παραγωγής μάλλινων υφασμάτων, τούβλων και κεραμιδιών, καθώς και επιχειρήσεις επεξεργασίας μετάλλου και ξύλου. Ορισμένες από αυτές απασχολούσαν έναν ή δύο εργαζομένους, ενώ άλλες διέθεταν περισσότερους τεχνίτες και σύνθετο εξοπλισμό χειροκίνητης λειτουργίας.
Οι μεγαλύτερες μονάδες περιλάμβαναν νερόμυλους, εργαστήρια επεξεργασίας γούνας και επιχειρήσεις κατασκευής κάπας και αμπά, με τις τελευταίες να αποτελούν σημαντικές μεταποιητικές δραστηριότητες στη Θεσσαλονίκη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα προϊόντα που παράγονταν και διακινούνταν από τις μακεδονικές πόλεις. Το κόκκινο βαμβακερό νήμα, για παράδειγμα, εξαγόταν στην Κεντρική Ευρώπη και αποτελούσε προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενώ στην Έδεσσα υπήρχε ήδη από το 1785 ξεχωριστή επαγγελματική συσσωμάτωση των βαφέων κόκκινων νημάτων, των λεγόμενων «κοκκινάδων».

Στην ίδια πόλη δραστηριοποιούνταν οι «μουταφτζήδες», τεχνίτες που ειδικεύονταν στην κλώση νήματος από κατσικίσιες τρίχες. Στη Βέροια, αντίστοιχα, κατασκευάζονταν σεντόνια, προσοψίες, τσόχες, βαμβακερά λουτρικά και βελέντζες, ορισμένα από τα οποία προορίζονταν για αγορές εκτός της περιοχής, ενώ οι βελέντζες της πόλης έφταναν μέχρι τη Βενετία.
Η παραγωγική δραστηριότητα συνδεόταν στενά με την αγροτική οικονομία και το εμπόριο. Η εξαγωγή μαλλιού, βαμβακιού, καπνού και οπίου δημιουργούσε ανάγκες για ειδικά υλικά συσκευασίας, όπως υφάσματα από κάνναβη ή τρίχα κατσίκας, σχοινιά, βαρέλια και κιβώτια. Η ύπαρξη εξειδικευμένων επαγγελματικών ομάδων, με διαφορετικές ειδικότητες και τεχνικές, αποδεικνύει ότι η μεταποίηση στη Μακεδονία διέθετε ήδη από εκείνη την εποχή σημαντικό εύρος και παραγωγική οργάνωση.

Όταν, επομένως, εμφανίστηκαν τα πρώτα σύγχρονα εργοστάσια στα τέλη του 19ου αιώνα, δεν άρχισαν να λειτουργούν σε ένα παραγωγικό κενό, αλλά σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχε ήδη ισχυρή χειροτεχνική παράδοση και ανταγωνισμός από μικρότερες επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η έκδοση εξετάζει τη διαχρονική αντοχή των βιομηχανικών επιχειρήσεων και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν όσες δραστηριοποιούνταν εκτός της Αττικής. Ενδεικτική είναι η μελέτη της ICAP το 2003, η οποία κατέγραψε τις βιομηχανικές επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας που εξακολουθούσαν να λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και είχαν ήδη την ίδια νομική μορφή το 1963.

Στον κατάλογο περιλαμβάνονταν οι επιχειρήσεις Αλλατίνη ΑΒΕΖ, Ελληνική Βιομηχανία Ζαχάρεως, ΖΑΝΑΕ, Μπάλτας και Φίλκεραμ. Από αυτές, σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, μόνο η ΖΑΝΑΕ εξακολουθούσε να λειτουργεί. Η έρευνα ανέδειξε και τη μεγάλη απόκλιση στην επιβίωση των επιχειρήσεων ανάμεσα στην Αττική και την υπόλοιπη Ελλάδα.

Για την περίοδο 1963–2003, το ποσοστό επιβίωσης του συνόλου των ανωνύμων εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης σε όλους τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας ανερχόταν σε 22%, με το 20% να αφορά την Αττική και μόλις το 2% την υπόλοιπη χώρα. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η χωροθέτηση στην Αττική υπήρξε σημαντικός παράγοντας μακροχρόνιας επιβίωσης, αναδεικνύοντας παράλληλα τις αδυναμίες της περιφερειακής πολιτικής του ελληνικού κράτους για τη βιομηχανία.

Πάντως, η εικόνα δεν εξαντλείται στους αριθμούς των επιχειρήσεων που διατήρησαν την ίδια νομική μορφή. Πολλές μονάδες της δεκαετίας του 1960 ήταν προσωπικές επιχειρήσεις και όχι μετοχικές, ενώ αρκετές άλλαξαν νομική μορφή ή σύνθεση, συνεχίζοντας τη δραστηριότητά τους μέσα από διάδοχα επιχειρηματικά σχήματα.

Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αναφέρονται οι εταιρείες Α. Χατζόπουλος, REDESTOS – Efthymiadis Agrotechnology Group, Αφοί Χαΐτογλου και ΜΕΖΑΠ. Συνεπώς, η πραγματική αντοχή της βορειοελλαδικής μεταποίησης στη μακρά περίοδο δεν μπορεί να αποτυπωθεί αποκλειστικά μέσα από τη διατήρηση της αρχικής εταιρικής μορφής.

Στην ανάγκη αξιοποίησης της ιστορικής εμπειρίας για την κατανόηση των σημερινών παραγωγικών προκλήσεων αναφέρθηκε και ο επίτιμος πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΒΕΘ), Εμμανουήλ Βλαχογιάννης, υπογραμμίζοντας ότι «μελετώντας την οικονομική ιστορία μπορεί να αντλήσει κανείς πάντα χρήσιμα και επίκαιρα συμπεράσματα».

Όπως σημείωσε, η βιομηχανία ως κλάδος είναι ανθεκτική, ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο για όλους τους επιμέρους κλάδους και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτούς. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, μάλιστα, στη συνέπεια που απαιτείται στην περιφερειακή πολιτική, επισημαίνοντας ότι «πρέπει να διακρίνεται από εσωτερική συνέπεια για να ασκείται αποτελεσματικά, αλλιώς παύει να είναι παραγωγική».

Για την ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης και ανάδειξης της βιομηχανικής κληρονομιάς μίλησε η πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), Λουκία Σαράντη, η οποία συνέδεσε την ιστορία της Βόρειας Ελλάδας με την προσπάθεια ενός λαού που, παρά τις δυσκολίες, κατάφερε μέσα από την εργασία και το πρωτοπόρο πνεύμα να αναπτυχθεί και να ενισχύσει τη διεθνή του θέση. «Στα νεότερα χρόνια, ο ρόλος που διαδραμάτισε η βιομηχανία σε αυτή την πορεία αποδείχθηκε εξαιρετικά σημαντικός, σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο», ανέφερε.

Αποκάλυψε ότι ο ΣΒΕ προχωρά στη δημιουργία μόνιμης Ψηφιακής Έκθεσης, της μοναδικής με αντικείμενο την ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία θα εγκαινιαστεί το επόμενο διάστημα. «Θεμέλιο αυτής της Έκθεσης αποτελεί ο τόμος που παρουσιάζουμε σήμερα», σημείωσε, ευχαριστώντας τους συντελεστές της έκδοσης για την εργασία τους.

Ο ιστορικός και συγγραφέας Ευάγγελος Χεκίμογλου, μιλώντας εκ μέρους των δημιουργών του βιβλίου, παρουσίασε τη μεθοδολογία και τις πηγές που αξιοποιήθηκαν για την τεκμηρίωση της μελέτης. Όπως εξήγησε, το έργο στηρίχθηκε σε στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, σε διαθέσιμα αρχεία, αλλά και σε υλικό που ο ίδιος και η συνδημιουργός του, δρ Ευφροσύνη Ρούπα, συγκέντρωναν επί 40 χρόνια, ερευνώντας την υλική παραγωγή στον ελληνικό χώρο.

Στόχος της συγγραφικής προσπάθειας ήταν να αποτυπωθεί η εμφάνιση και η εξέλιξη της μεταποιητικής παραγωγής στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και να αναδειχθούν τα κενά και τα προβλήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν στη μελέτη της βιομηχανικής ιστορίας της περιοχής. Το βιβλίο, όπως ανέφερε, δημιουργήθηκε για να υποστηρίξει τη μουσειολογική μελέτη της ψηφιακής έκθεσης του ΣΒΕ, ενώ παράλληλα φιλοδοξεί να αποτελέσει αφετηρία για την περαιτέρω έρευνα από τις επόμενες γενιές ιστορικών και μελετητών.

Η έκδοση παρουσιάστηκε σε εκδήλωση που διοργάνωσαν ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος και το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης.




















