Η ένοπλη σύγκρουση, τους τελευταίους 43 μήνες, έχει σημαντικές ανθρωπιστικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις στην Ουκρανία, καθώς και βαθιές επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια και την εθνική ασφάλεια για τη χώρα, το ΝΑΤΟ και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η σύγκρουση, από την αρχή, διεξάγεται υπό τη μακρά σκιά των πυρηνικών όπλων. Η παράταση και η κλιμάκωση της σύγκρουσης, η προμήθεια-παρά τα κατά καιρούς προβλήματα- προηγμένων οπλικών συστημάτων από τη Δύση και η αποτυχία του Κρεμλίνου να επιτύχει τους στρατιωτικούς του στόχους θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογία από τη Ρωσία για την ανάπτυξη των τακτικών πυρηνικών όπλων του «πεδίου μάχης», με καταστροφικές συνέπειες.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι κίνδυνοι που ενέχονται είναι πολλοί. Οι άνευ προηγουμένου αεροπυραυλικές επιθέσεις από ρωσικές δυνάμεις σε πυρηνικές και ραδιολογικές εγκαταστάσεις και η κατάληψή τους (Ζαπορίζια) έχουν υπονομεύσει σοβαρά την ασφάλεια και την προστασία σε αυτές τις εγκαταστάσεις.
Επιπλέον, είναι πολύ σημαντικό να αναλυθεί ο αντίκτυπος των ρωσικών επιθέσεων στη φυσική ακεραιότητα αυτών των εγκαταστάσεων και τη σημαντική αύξηση των κινδύνων που σχετίζονται με πυρηνικά ατυχήματα, απώλεια πυρηνικών υλικών ευαίσθητων στη διάδοση και μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε ραδιενεργές ουσίες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για κακόβουλους σκοπούς.
Ένα μεγάλο πυρηνικό ατύχημα θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις για την Ουκρανία, την Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο. Επίσης εξίσου ανησυχητική είναι η προοπτική μη κρατικών φορέων – συμπεριλαμβανομένων ομάδων πληρεξουσίων που ενεργούν για εχθρικά κράτη, τρομοκρατών και συνδικάτων οργανωμένου εγκλήματος – να αποκτήσουν μικρές ποσότητες ραδιενεργών ουσιών. Τέτοια υλικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο παράνομης διακρατικής διακίνησης και να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή ραδιολογικών «βρώμικων βομβών», παρουσιάζοντας έτσι σημαντικό κίνδυνο για μεγάλες πόλεις σε όλη την Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο και την περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής (MENA).
Ο υπογράφων παρουσιάζει μια σειρά από συστάσεις πολιτικής, όπως σημειώνονται παρακάτω:
- Το Ηνωμένο Βασίλειο και το ΝΑΤΟ να αξιοποιήσουν τους διπλωματικούς και πολιτικούς αγωγούς που είναι διαθέσιμοι για την αποκλιμάκωση της επικίνδυνης πυρηνικής ρητορικής, το φάσμα της οποίας πλανάται πάνω από την Ευρώπη.
- Το Ηνωμένο Βασίλειο και το ΝΑΤΟ να παράσχουν την διπλωματική, πολιτική και οικονομική τους υποστήριξη στην ΔΥΑΕ(Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας) στη Βιέννη για τη δημιουργία μιας «ζώνης προστασίας πυρηνικής ασφάλειας » γύρω από τους πυρηνικούς σταθμούς στην Ουκρανία.
- Να ενισχυθούν τα χερσαία και θαλάσσια σύνορα και οι διαβάσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη και να αναπτυχθούν ευρέως συσκευές ανίχνευσης ακτινοβολίας, για την πρόληψη της παράνομης διακρατικής διακίνησης ραδιενεργών ουσιών και πηγών και τον μετριασμό των κινδύνων που θέτει η ραδιολογική τρομοκρατία.
- Να εφαρμοστεί επαναξιολόγηση των πολιτικών και στρατηγικών εθνικής ασφάλειας σε σχέση με την πρόληψη, την ανίχνευση, την ετοιμότητα έκτακτης ανάγκης και την αντιμετώπιση πυρηνικών και ραδιολογικών συμβάντων.
- Το Ηνωμένο Βασίλειο και το ΝΑΤΟ να ξεκινήσουν τη σύνταξη και την υιοθέτηση ενός διεθνούς νομικού μέσου σε σχέση με την ασφάλεια των πυρηνικών και ραδιολογικών εγκαταστάσεων κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων.

