Σε ανάρτηση στο δίκτυό του Truth Social ο Τραμπ έγραψε: «Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, σε συντονισμό με τις προσωρινές αρχές της Βενεζουέλας, συνέλαβαν ένα δεξαμενόπλοιο που είχε αναχωρήσει από τη Βενεζουέλα χωρίς τη συγκατάθεσή μας.Αυτό το δεξαμενόπλοιο τώρα επιστρέφει στη Βενεζουέλα και το πετρέλαιο θα πωληθεί μέσω της ΜΕΓΑΛΗΣ Ενεργειακής Συμφωνίας, την οποία έχουμε δημιουργήσει για τέτοιες πωλήσεις».
Η ανακοίνωση εμφανίστηκε ενώ ο Τραμπ είχε προγραμματίσει συναντήσεις με αντιπροσωπείες πετρελαϊκών εταιρειών στην Ουάσινγκτον, γεγονός που συνδέθηκε άμεσα από τον ίδιο με την ευρύτερη στρατηγική διαχείρισης των ενεργειακών πόρων της Βενεζουέλας.
Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν πριν δηλώσει ότι το δεξαμενόπλοιο φέρει την ονομασία Olina και συνελήφθη στην περιοχή της Καραϊβικής. Η Olina χαρακτηρίστηκε από τις ίδιες πηγές ως το πέμπτο πλοίο που έγινε στόχος μέσα στις τελευταίες εβδομάδες, στο πλαίσιο μιας εκστρατείας που οι αμερικανικές αρχές περιγράφουν ως προσπάθεια περιορισμού των εξαγωγών πετρελαίου από τη Βενεζουέλα.
Στις ανακοινώσεις δεν περιλαμβάνονταν αναλυτικές πληροφορίες για τις νομικές διαδικασίες που οδήγησαν στην κατάσχεση, για το νομικό καθεστώς του πλοίου ή για τη ναυτική σημαία υπό την οποία έπλεε. Αντιθέτως, οι δηλώσεις τόνιζαν τον επιχειρησιακό συντονισμό μεταξύ υπηρεσιών και την επιλογή της Καραϊβικής ως γεωγραφικού τόπου παρέμβασης.
Στις δημόσιες αναφορές του ο Τραμπ ζήτησε από τις εταιρείες να συσπειρωθούν γύρω από μια στρατηγική που, σύμφωνα με την περιγραφή του, αποσκοπεί στην «επιτήρηση» της Βενεζουέλας και στην αξιοποίηση των ενεργειακών της πόρων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος απευθύνθηκε σε αυτούς με προτροπή να επενδύσουν «τουλάχιστον 100 δισεκατομμύρια δολάρια» στην εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στη χώρα. Η σύνδεση της κατάσχεσης του δεξαμενόπλοιου με την οικονομική διάθεση του φορτίου μέσω της συμφωνίας συστήνει ένα περίπλοκο πλαίσιο που ενδέχεται να εμπλέξει διαδικασίες διαχείρισης εσόδων, διεθνή ναυτικά πρωτόκολλα και δικαστικές διεκδικήσεις για την κυριότητα του φορτίου.

