Αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος για να επικεντρώσει το πρώτο βιβλίο του στον κορυφαίο θεσμό της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και να μοιραστεί με τους αναγνώστες του όλα όσα έζησε εκεί, αλλά και την άποψή του για τους νικητές και τους χαμένους των μεγάλων βραβείων. Λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του, «Οσκαρ» (εκδόσεις «Πεδίο»), ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης μιλάει στον «Ε.Τ.» της Κυριακής για την πρώτη φορά στο κόκκινο χαλί, τους λόγους που τον οδήγησαν σε «διαζύγιο» με τον θεσμό, τι του είπε ο Βιμ Βέντερς όταν έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου και μας δίνει τα προγνωστικά του για τους νικητές της φετινής απονομής.
Πώς προέκυψε η ιδέα του βιβλίου;
Στο blog μου, το pantimo.gr, γράφω όπως θέλω, κάτι που δεν γινόταν στην εφημερίδα. Οχι λόγω λογοκρισίας, ποτέ δεν είχα κανένα παράπονο, αλλά γιατί η διαδικασία είναι διαφορετική και έχεις συγκεκριμένο χώρο να καλύψεις με λέξεις. Με τα χρόνια, αυτό άρχισε να ακούγεται και έφτασε μέχρι και τους εκδότες. Με είχαν πλησιάσει διάφοροι κατά καιρούς για να γράψω ένα βιβλίο, αλλά ήθελαν να αναφερθώ στα παρασκήνια, στα κουτσομπολιά και σε άλλα τέτοια. Προσπαθούσα να τους εξηγήσω, αλλά δεν καταλάβαιναν. Κάποια στιγμή εγκατέλειψα την ιδέα και είπα στον εαυτό μου ότι, αν είναι να γίνει, θα γίνει όπως το θέλω εγώ. Ομως, κάποια στιγμή με βρήκαν από τις εκδόσεις «Πεδίο» και μου είπαν ότι διαβάζουν αυτά που γράφω στην ιστοσελίδα και πως ένιωσαν ότι είναι μια κανονική εγκυκλοπαίδεια, την οποία ήθελαν να έχουν. Από την πρώτη στιγμή που βρεθήκαμε για συνομιλίες ήταν σαν να έχουμε υπογράψει συμβόλαιο και μετά τα πράγματα έγιναν πολύ γρήγορα. Η συνεννόηση ήταν καταπληκτική, απόλυτη.

Γράφεις στο βιβλίο ότι ποτέ δεν σε ενδιέφερε να κρατήσεις αρχείο της δουλειάς σου. Γιατί;
Ποτέ δεν με ενδιέφερε να κρατάω αρχείο με αυτά που γράφω. Η μητέρα μου είχε μαζέψει κάποτε κάτι αποκόμματα, αλλά δεν ξέρω ούτε καν πού βρίσκονται. Γενικά, στη ζωή μου δεν κοιτάω πίσω, γιατί θεωρώ ότι αυτό σε κρατάει στο παρελθόν. Εκανες κάτι; Ασ’ το και φύγε. Αυτό πιστεύω. Οταν ολοκληρώνεται ένα έργο, φεύγει από τον δημιουργό του και ακολουθεί δική του πορεία. Το αφήνεις να μιλήσει μόνο του. Επιπλέον, εμένα μου άρεσε να ανακαλύπτω το έργο κάποιων μέσα από τη δική μου εξερεύνηση και έτσι ακριβώς θα μου άρεσε κάποια στιγμή στο μέλλον να πέσει κάποιος πάνω σε κάτι δικό μου και να το ανακαλύψει. Οταν συμβαίνει αυτό, το κάνεις μετά με πολύ ενθουσιασμό.
Πότε πήγες πρώτη φορά στα Οσκαρ;
Πρώτη φορά πήγα στα Οσκαρ το 1989, όταν ήμουν 31 ετών. Οταν έγινε βέβαιο ότι θα πήγαινα και μου έστειλαν και πρόσκληση, έπαθα κρίση πανικού. Πήγα στον ψυχαναλυτή μου και του εξήγησα τι μου συμβαίνει. Και μου είπε ότι υπάρχει κάτι πολύ απλό στη ζωή μας που λέγεται πραγματοποίηση επιθυμιών, οπότε το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να πας να το απολαύσεις. Με προέτρεψε να πιω ένα ουίσκι πριν πάω και να πάρω ένα Visken για την αδρεναλίνη. Το έκανα και συνέχισα να το κάνω κάθε φορά που πήγαινα στην τελετή, και μάλιστα ήταν μεσημέρι όταν έφτανα εκεί και έπινα το ποτό μου. Την πρώτη φορά έφτασα στην απονομή του πρώτου βραβείου της βραδιάς, του Β’ Γυναικείου Ρόλου, για να ηρεμήσω και να το απολαύσω. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ένα κύμα άγχους να φεύγει από το κεφάλι και τα πόδια μου και από εκεί και μετά χαλάρωσα και κατάφερα να απολαύσω τη βραδιά.
Φάνηκε αυτή η εμπειρία αντάξια των προσδοκιών σου;
Δεν είχα τίποτα στο μυαλό μου, παρά μόνο τον φόβο του αγνώστου. Ομως, το 1993, μου ανακοίνωσαν από την Ακαδημία ότι, αν ήθελα, θα μπορούσα να έχω ένα δεύτερο πρόσωπο μαζί μου να με συνοδεύει. Εκεί είπα ότι αυτό είναι το δικό μου Οσκαρ. Το πήρα. Ολα αυτά τα χρόνια είδα κάποιους που με εκνεύρισαν και κατάλαβα πώς ήταν σαν άνθρωποι. Δεν απομυθοποίησα τίποτα. Αντίθετα, το μυθοποίησα ακόμα περισσότερο, επειδή το έζησα από μέσα και είδα τις ακριβείς διαστάσεις του. Κατάλαβα γιατί έχει αυτό το εκτόπισμα και το βάθος των ριζών του και σήκωσα τα χέρια ψηλά.
Πώς έγινες μέλος στην Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου;
Στην Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου δεν έκανα εγώ αίτημα. Εκείνοι με κάλεσαν. Πρόεδρος ήταν τότε ο Βιμ Βέντερς και αυτός ήταν που άνοιξε τον θεσμό σε περισσότερο κόσμο. Με έκαναν μέλος με πολύ κολακευτικό τρόπο και ο ίδιος έγραψε στην εισήγησή του για εμένα: «Αν και βλέπω ότι δεν έχεις γράψει για όλες μου τις ταινίες θετικά, ξέρω ότι είσαι ένας άνθρωπος που αγωνιά και ενδιαφέρεται για την τύχη του ευρωπαϊκού σινεμά και μας είσαι χρήσιμος». Οταν συνέβη αυτό, ήμουν στις ΗΠΑ για τα Οσκαρ και μόλις τους το είπα εκεί, έκαναν σαν να είχα πάρει το Νόμπελ.
Γιατί σταμάτησες να πηγαίνεις στα Οσκαρ;
Κουράστηκα. Ημουν χορτασμένος και μου έβγαινε κούραση. Τα τελευταία χρόνια, συνειδητοποιούσα ότι δεν απολάμβανα τίποτα. Δεν μπορούσα να πηγαίνω σε κανένα πάρτι, γιατί έπρεπε να γράφω για τα έντυπα πίσω στην Ελλάδα. Είχα πάει σε ένα πάρτι, το 2008, με την ενδυματολόγο Πατρίτσια Φιλντ και τη φίλη της, Αννα Βίσση, αλλά δεν το ευχαριστήθηκα, γιατί κάποια στιγμή έπρεπε να φύγω. Τελικά, έφυγα από το πάρτι όταν αυτό άρχισε να φουντώνει και τότε αναρωτήθηκα γιατί το κάνω όλο αυτό. Τον επόμενο χρόνο, ήμουν πιο βαρύς σε σχέση με την κούραση που ένιωθα και αυτό δεν μου άρεσε, γιατί δεν ήθελα να χαλάσω τη σχέση μου με όλο αυτό το πράγμα. Και τότε είπα μέσα μου ότι το καλύτερο θα ήταν να σταματήσει αυτή η σχέση για να παραμείνουμε ερωτευμένοι. Δεν ήθελα να είναι βάρος και αγγαρεία για εμένα όλο αυτό. Ετσι, το 2010 πήγα τελευταία φορά για την «έκδοση του διαζυγίου».
Σου έχει λείψει να είσαι εκεί;
Οχι, καθόλου. Ημουν μονίμως σε ένταση και δεν μπορούσα να το απολαύσω. Αυτό έγινε αργότερα, όταν καθόμουν στο σπίτι μου με την ησυχία μου και τα έβλεπα στην τηλεόραση. Το μόνο που νοσταλγώ είναι οι συζητήσεις που είχα εκεί με τους διάφορους επαγγελματίες του χώρου, που μου χάριζαν γνώσεις για το αντικείμενό τους. Αυτό ήταν ό,τι πολυτιμότερο πήρα από αυτήν την ιστορία. Είναι πράγματα που δεν αναπληρώνονται.
Τι μπορεί να γίνει για να επιστρέψει ο κόσμος στις κινηματογραφικές αίθουσες;
Αλλαξε η ζωή. Από τη στιγμή που το σινεμά μπήκε στο σπίτι με τις πλατφόρμες και πρόσφερε αυτήν τη διευκόλυνση, τις ταινίες κατ’ οίκον, σταμάτησε να είναι έξοδος όπως παλιά. Παρέμεινε έξοδος μόνο για τους φανατικούς του σινεμά. Γι’ αυτόν τον λόγο βλέπουμε μια αίθουσα μεγάλη να τεμαχίζεται σε τέσσερις και καθεμιά να παίζει άλλη ταινία. Θεωρώ πως δεν θα επανέλθει η αίθουσα από αυτό. Δεν πρόκειται να γυρίσει πίσω η κατάσταση. Δηλαδή, τι; Να ξαναγίνουν οι μεγάλες αίθουσες του παρελθόντος; Αποκλείεται. Αλλά και έξω αυτό γίνεται. Στο Παρίσι, τις αίθουσες τις κάνουν κλουβιά και απορώ πώς οι σινεφίλ Γάλλοι το ανέχονται αυτό. Στην Ιταλία; Το ίδιο. Κάποτε είχαν τεράστιες αίθουσες, όπως ήταν το «Παλλάς» παλιά, και τώρα περνάς και τις βλέπεις πολυσινεμά με πολλές αίθουσες. Αλλά πώς να μη γίνει αυτό όταν στην Ιταλία, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχαν τον Μπερλουσκόνι, ο οποίος τους πρόσφερε ψυχαγωγία στο σπίτι μέσα από την τηλεόραση; Θα επιβιώσει το σινεμά, αλλά τραυματισμένο.
Βλέπεις καλές ελληνικές ταινίες τα τελευταία χρόνια;
Εχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια η λεγόμενη εμπορική ταινία, έχει πάρει ξανά τα πάνω της, εις βάρος της φεστιβαλικής ταινίας. Ακόμα κι αν παράγονται ταινίες σαν τις τελευταίες, ελάχιστες προβάλλονται στα σινεμά και ουδείς ενδιαφέρεται γι’ αυτές. Ενώ από τις άλλες όλο και κάτι βγαίνει που τραβάει τον κόσμο. Βέβαια, ποτέ δεν θα ακούσουν καλή κουβέντα. Αλλά πότε γινόταν αυτό; Αυτό είναι σουσουδισμός και σημαίνει χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Δώσε μας και τα προγνωστικά σου για τα φετινά Οσκαρ.


Το «Μία μάχη μετά την άλλη» θα πάρει τα καλά, αλλά θα υπάρχουν απώλειες από τους «Αμαρτωλούς». Η πρώτη είναι πιο ενισχυμένη, επειδή πήρε τα βραβεία των σκηνοθετών και των παραγωγών, οπότε μπορεί να μην κινδυνεύσει στα μεγάλα και να χάσει τα λιγότερο σημαντικά βραβεία. Τον Τίμοθι Σαλαμέ δεν τον βλέπω να κερδίζει. Είναι πολύ καλός ο Ιθαν Χοκ, αλλά μετά το βραβείο των ηθοποιών ανέβηκαν οι πιθανότητες και του Μάικλ Μπ. Τζόρνταν από τους «Αμαρτωλούς». Ο Σαλαμέ θα το πάρει, ίσως, αν δουν στην Ακαδημία ότι όλοι στην ταινία δούλεψαν για εκείνον. Μόνο έτσι.
Στο Μέγαρο Μουσικής η παρουσίαση
Αύριο, Δευτέρα, στις 19.00, ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης παρουσιάζει το βιβλίο του, «Οσκαρ», στο Μέγαρο Μουσικής (Αίθουσα ∆ιδασκαλίας του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής – Βασ. Σοφίας & Κόκκαλη 1). Ο κορυφαίος κριτικός κινηματογράφου θα συνομιλήσει με τον σύμβουλο της έκδοσης και σεναριογράφο Αντώνη Τουμανίδη.

