ΑΚΟΥΣΑΜΕ αρκετές καταδίκες από πολιτικούς φορείς. Αυτό που δεν βλέπουμε, είναι η αναγκαία πολιτική απομόνωση τέτοιου είδους φαινομένων από όλες ανεξαιρέτως τις πλευρές και τα κοινοβουλευτικά κόμματα, όπως ορθά διαπίστωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης. Αν αυτό που συνέβη στη Θεσσαλονίκη, με έναν άνθρωπο να χάνει τη ζωή του, συνέβαινε μετά από επίθεση ακροδεξιών, όλοι -πολύ σωστά, όπως λέει- θα είχαμε εκραγεί, θα ήμασταν απολύτως καταδικαστικοί και για πολλές μέρες το ζήτημα θα ήταν νούμερο ένα σε όλα τα ΜΜΕ. Ομως, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι αυτό θα είναι το κλίμα στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και αυτό, όπως σημείωσε ο κ. Χατζηδάκης, διότι η επίθεση έχει γίνει από ακροαριστερούς και ορισμένα πολιτικά κόμματα έχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά σε αυτές τις περιπτώσεις. «Αν είχε γίνει κατάληψη στα προσφυγικά από ακροδεξιές δυνάμεις, θα είχε γίνει ανεκτή; Ακόμη περισσότερο, θα υπήρχαν άραγε κόμματα στη Βουλή τα οποία θα στήριζαν αυτή την κατάληψη; Η λειτουργία του Ρουβίκωνα μπορεί να γίνει ανεκτή με τη δικαιολογία: Δεν πειράζει, είναι αριστεροί ακτιβιστές;», διερωτήθηκε.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ να γίνονται διακρίσεις απέναντι στη βία, αν είναι ακροδεξιά ή ακροαριστερή. Ούτε ακραίες τοποθετήσεις κάποιων κομμάτων της αντιπολίτευσης να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία με τέτοιου είδους επιθέσεις, κατηγορώντας αφενός την κυβέρνηση ως «εγκληματική οργάνωση», αλλά δικαιολογώντας αφετέρου την ακροαριστερή βία.
Η ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ εικόνα της ειρηνικής κινητοποίησης της ΟΝΝΕΔ έξω από το Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης με την ανθρώπινη αλυσίδα και το σύνθημα «δεν σας φοβόμαστε» στα λευκά μπλουζάκια είναι συγκινητική, αλλά αποτυπώνει και τη χαώδη διαφορά πολιτικού, κοινωνικού και νομικού πολιτισμού και στο θέμα της βίας, που χωρίζει τη μεγάλη φιλελεύθερη παράταξη από όσους τάσσονται «αλληλέγγυοι» και χαϊδεύουν τα αφτιά των υποτιθέμενων ιδεολογικών αναρχικών ή ακροαριστερών «γνωστών αγνώστων», αλλά στην πράξη εγκληματιών του κοινού ποινικού δικαίου.