22 χρόνια μετά τη Σύνοδο Κορυφής της Ατλαντικής Συμμαχίας, που είχε πραγματοποιηθεί πάλι στην Τουρκία, αλλά στην Κωνσταντινούπολη, τα μόνα κοινά στοιχεία μοιάζουν να είναι η σύμπτωση με τη διεξαγωγή μιας μεγάλης… ποδοσφαιρικής διοργάνωσης (καθώς τον Ιούλιο του 2024 διεξαγόταν το Euro, το οποίο κατέκτησε, μάλιστα, η Ελλάδα, ενώ αυτές τις ημέρες διεξάγεται το Μουντιάλ) και, βέβαια, ο… Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν!
Πρόκειται, όμως, για έναν «άλλο» Ερντογάν, που τότε, ως σχετικά νέος πρωθυπουργός, προσείλκυε το παγκόσμιο ενδιαφέρον για το πείραμα της αποκαλούμενης «ισλαμοδημοκρατίας». Ενα πολιτικό «υβρίδιο» στον μουσουλμανικό κόσμο, το οποίο, κατά το πρότυπο της Χριστιανοδημοκρατίας στη μεταπολεμική Ευρώπη που επιχειρούσε να συνδυάσει τις αρχές του Χριστιανισμού με τις αρχές της ελεύθερης οικονομίας, φιλοδοξούσε να πράξει το ίδιο στην Τουρκία, με τις αρχές του πολιτικού Ισλάμ στη θέση των χριστιανικών αξιών.
«Μετάλλαξη»

Εκείνος, ο «άλλος» Ερντογάν, ο οποίος παράλληλα προσέβλεπε στην ένταξη της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, δήλωνε πιστός σύμμαχος του ΝΑΤΟ, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το Ισραήλ και διακήρυττε ότι, σε αντίθεση με τους κεμαλικούς προκατόχους του, επιδίωκε πραγματικά να επιλύσει τα προβλήματα με την Ελλάδα.
Χωρίς υπερβολή, προέβαλε, δηλαδή, μια εικόνα, «αντεστραμμένου καθρέφτη» σε σχέση με ό,τι συμβαίνει σήμερα: ένας απρόβλεπτος ηγέτης εντός του ΝΑΤΟ που διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους γεωπολιτικούς αντιπάλους του (από τη Ρωσία μέχρι το Ιράν), διακηρυγμένος εχθρός του Ισραήλ, με ροπή προς τον αυταρχισμό στο εσωτερικό της χώρας του, με σκιές στη μεταχείριση από τη δικαιοσύνη των πολιτικών αντιπάλων του στην αντιπολίτευση, αλλά και με απροκάλυπτα ιμπεριαλιστικές βλέψεις στην ευρύτερη περιοχή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την Ελλάδα, μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Συνεπώς, είναι ένας εντελώς διαφορετικός Ερντογάν, που μόνο το ονοματεπώνυμό του θυμίζει τον πολιτικό των αρχών του 21ου αιώνα.
Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, οι διακυμάνσεις στις διμερείς σχέσεις επί ηγεσίας Ερντογάν στη γειτονική χώρα είναι τεράστιες: από την «κουμπαριά» με τον Κώστα Καραμανλή, ο Τούρκος ηγέτης έφτασε μέσα σε λίγα χρόνια να υιοθετεί την κεμαλική ατζέντα των διεκδικήσεων έναντι της Ελλάδας, έναντι όλων των ελληνικών κυβερνήσεων που ακολούθησαν.
Αλλά και στην αντίστροφη κατεύθυνση, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις οδηγήθηκαν τα τελευταία χρόνια από την υβριδική απειλή του Εβρου και την κρίση του «Ορούτς Ρέις» το 2020 στα «ήρεμα νερά» της τελευταίας τριετίας και τη Διακήρυξη των Αθηνών. Πρόκειται για μεταμορφώσεις που προκαλούν «ζαλάδα» και εν πολλοίς οφείλονται στο ότι οι όποιες αλλαγές εκπορεύονται κατά το δοκούν από το ίδιο κέντρο εξουσίας, το «Σαράι» του Ερντογάν.
Μικρό καλάθι
Σε κάθε περίπτωση, όμως, και παρά τη βελτίωσή τους τα τελευταία χρόνια, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις απέχουν αρκετά ακόμα από το να χαρακτηριστούν ομαλές, όπως φροντίζει να αποδεικνύει κατά τακτά χρονικά διαστήματα η Αγκυρα, βάζοντας στο τραπέζι νέες απαιτήσεις ή αντιδρώντας σε καθ’ όλα νόμιμες ενέργειες της Αθήνας, όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός ή η ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ των ελληνικών νησιών.
Οι τάσεις παλινδρόμησης της τουρκικής πλευράς στην πρακτική των προκλήσεων είναι εύλογο να προβληματίζουν τη χώρα μας, η οποία, πάντως, χάρη στα εξοπλιστικά προγράμματα και τις αλλαγές που έχουν γίνει στις Ενοπλες Δυνάμεις με την «Ατζέντα 2030», είναι προετοιμασμένη για όλα τα σενάρια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Για την Αθήνα, όμως, ειδικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ελληνοτουρκική πτυχή της Συνόδου της Αγκυρας. Μια διμερής συνάντηση μεταξύ του Τούρκου προέδρου και του Ελληνα πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη (ο οποίος θα συνοδεύεται στη Σύνοδο από τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, τον υπουργό Εθνικής Αμυνας, Νίκο Δένδια, και την υφυπουργό Εξωτερικών, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου), δεν αναμένεται με τα μέχρι τώρα δεδομένα, χωρίς να αποκλείεται ένα σύντομο «photo opportunity». Το αν θα στείλει, πάντως, η Αγκυρα «μήνυμα», ως οικοδέσποινα της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, για το τι επιδιώκει στις σχέσεις της με την Αθήνα και με ποιον τρόπο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Εκτός, όμως, από την καθαρά ελληνοτουρκική πτυχή της Συνόδου Κορυφής, την Αθήνα ενδιαφέρει ιδιαίτερα το σκέλος των σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας και του «δώρου» που θέλει να κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ στον Ερντογάν με την αποδέσμευση της παραγγελίας των F-35 από τις αμερικανικές κυρώσεις CAATSA, λόγω της προμήθειας του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 από την Αγκυρα. Πρόκειται για μια προσπάθεια της Τουρκίας που κρατά από το 2019, όταν η πρώτη διακυβέρνηση Τραμπ επέβαλε τις συγκεκριμένες κυρώσεις, οι οποίες δεν άρθηκαν, παρά τη μανιώδη προσπάθεια της Αγκυρας όλα αυτά τα χρόνια.
Αντιδράσεις
Το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο, καθώς, σύμφωνα με τον Νόμο περί Ελέγχου των Εξαγωγών Οπλων των ΗΠΑ, δίνεται στους βουλευτές και τους γερουσιαστές η δυνατότητα να μπλοκάρουν την πώληση μέσω «κοινού ψηφίσματος αποδοκιμασίας». Εχουν ήδη σημειωθεί εντονότατες αντιδράσεις από Ελληνοαμερικανούς βουλευτές και γερουσιαστές, ενώ είναι βέβαιο ότι με αυτήν την αντίδραση θα συνταχθεί και το εβραϊκό λόμπι στο Κογκρέσο.
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Ο γρίφος με το νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας»
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία θα πραγματοποιηθεί στην Αγκυρα το διήμερο 7-8 Ιουλίου, αποτελεί και ένα ορόσημο. Αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι κατά τις δύο τελευταίες εβδομάδες η Τουρκία τήρησε μια σχετικά προσεκτική στάση, βάζοντας προσωρινά «φρένο» στις προκλήσεις που είχαν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται και στις διαρροές στα ΜΜΕ της γειτονικής χώρας περί νομοθέτησης της «Γαλάζιας Πατρίδας». Προφανώς, η τουρκική κυβέρνηση δεν επιθυμεί να κυριαρχήσει στη Σύνοδο το ζήτημα των προκλήσεων απέναντι στην Ελλάδα, χαλώντας έτσι τη «γιορτή».
Σε αναμονή
Επειδή, όμως, το να επιστρέψει αμέσως μετά τη διεξαγωγή της στην ίδια τακτική, καθιστώντας μάλλον προφανές το παραπάνω συμπέρασμα, το πιθανότερο είναι να περιμένουμε μέχρι το φθινόπωρο, προκειμένου να αντιληφθούμε πού πραγματικά το πάει η Αγκυρα. Με τον αστερίσκο, βεβαίως, ότι σε μια χώρα, όπως η Τουρκία, όπου η εξωτερική και η αμυντική πολιτική είναι προσωποπαγής υπόθεση και διαμορφώνεται σχεδόν αποκλειστικά από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ουδείς μπορεί να αποκλείσει οτιδήποτε…
ΣΕΝΑΡΙΑ ΕΠΙ ΣΕΝΑΡΙΩΝ
Η Μαύρη Θάλασσα και το στρατηγείο στα Αδανα
Μία άλλη παράμετρος αφορά την προσπάθεια που καταβάλλει η Τουρκία στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ για αναβάθμιση της θέσης της, με ανάληψη νέων αρμοδιοτήτων, όπως η σύσταση μιας πολυεθνικής διοίκησης για τη Μαύρη Θάλασσα, που σχετίζεται περισσότερο, πάντως, με τις εξελίξεις στην Ουκρανία και υπερβαίνει τα όρια της Ατλαντικής Συμμαχίας. Με τις εξελίξεις αυτές σχετίζεται και η ανάληψη ρόλου από την Τουρκία στην αποναρκοθέτηση της Μαύρης Θάλασσας, που θα της επιτρέψει να εμφανιστεί ως «εγγυήτρια» της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας εκεί.
Ενα άλλο σενάριο αφορά τη μελλοντική διάθεση εθνικού στρατηγείου της Τουρκίας στα Αδανα για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ, με το βλέμμα σε Ιράν και Ιράκ. Παρά τα όσα γράφονται (και υιοθετούνται αβασάνιστα και από στελέχη της ελληνικής αντιπολίτευσης), δεν θα πρόκειται για στρατηγείο του ΝΑΤΟ όπως αυτό της Σμύρνης, ενώ κάτι τέτοιο δεν περιλαμβάνεται στην ατζέντα της Συνόδου Κορυφής στην Αγκυρα. Αυτό το οποίο, όντως, θα συζητηθεί στη Σύνοδο είναι να περιληφθεί η Τουρκία σε μια αντιαεροπορική και αντιβαλλιστική «ομπρέλα» του ΝΑΤΟ στη Μέση Ανατολή.
Ουδεμία ανησυχία
Πάντως, τα εγχειρήματα αυτά δεν στρέφονται κατά της χώρας μας, ενώ, σύμφωνα με ελληνικές διπλωματικές και αμυντικές πηγές, η Αθήνα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Η πρόσφατη σύρραξη στη Μέση Ανατολή απέδειξε για μία ακόμη φορά τη χρησιμότητα της Ελλάδας στη Δύση ως παρόχου ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή, όπως αποδείχθηκε με την αποστολή των Patriot στον Βόρειο Εβρο για την άμυνα της Βουλγαρίας σε από αέρος επιθέσεις και με τον συνδυασμό αμυντικών μέσων που στάλθηκαν για την αντίστοιχη προστασία της Κύπρου. Από την πλευρά της, η Αθήνα προτίθεται να αξιοποιήσει τη Σύνοδο Κορυφής τόσο για να αναδείξει τον ρόλο της ως πυλώνας ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και για να διερευνήσει τα περιθώρια νέων, «συμπληρωματικών» ως προς το ΝΑΤΟ, πρωτοβουλιών, σε συνέχεια της τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε ο Ελληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, με τον Καναδό ομόλογό του, Μαρκ Κάρνι, για την ίδρυση Παγκόσμιου Ταμείου Αμυνας, στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτονομίας.

