Οπως αυτοί στο νοσοκομείο της Νίκαιας, που στην πραγματικότητα διαμαρτυρόντουσαν γιατί ένας δεξιός υπουργός τολμάει να βγει από το υπουργείο και να επιθεωρήσει χώρο της αρμοδιότητάς του. Αυτοί που θα θέλανε όλη η Ελλάδα να είναι σαν τα Εξάρχεια πριν από το 2019, όταν κάποιος μπορούσε να φάει ξύλο γιατί φορούσε άσπρο κράνος επειδή άσπρο κράνος φοράνε οι μπάτσοι.
Φυσικά κανένας δεν θα μπορούσε να σταθεί χωρίς τους ευαίσθητους αριστερούς που τους στηρίζουν. Αυτοί που λένε και γράφουνε ότι ναι μεν καταδικάζουν τη βία, αλλά ο Αδωνης προκαλεί. Είναι οι ίδιοι που σκίζουν τα ιμάτιά τους όταν σε καταγγελίες βιασμών κάποιος πει ότι και αυτή προκαλούσε. Αυτοί που λένε ότι ο Γεωργιάδης προκάλεσε επειδή κατέβηκε με συνοδεία των ΜΑΤ όταν μέσα τους θα θέλανε να κατέβει μόνος και μετά να έχουν τις φωτογραφίες που θα τον έχουν γιαουρτώσει στην καλύτερη ή θα του έχουν σπάσει το κεφάλι στη χειρότερη για να χαίρονται όταν τις βλέπουν ανεβασμένες στο Ιντερνετ.
Υπάρχει και μία άλλη παράμετρος. Η σχέση των υπαλλήλων του Δημοσίου με τους χώρους εργασίας. Το «σπίτι τους», όπως τους αρέσει να αποκαλούν δημόσιες υπηρεσίες, από το οποίο κανένας δεν μπορεί να τους διώξει. Το λένε σαν να μιλάνε για έναν κακοχωνεμένο κομμουνισμό που η κοινωνία θα γίνει κομμουνιστική όταν τα μέσα παραγωγής περάσουν στα χέρια των εργατών.
Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για καπιταλισμό. Μιλάμε για υπηρεσίες κοινής ωφέλειας που έγιναν με τους φόρους των πολιτών. Οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζουν να λειτουργούν με τα χρήματα των φορολογουμένων. Οταν λοιπόν αντί να βρίσκεσαι στο χειρουργείο, έχεις στηθείς για να περιμένεις τον Αδωνη, εκμεταλλεύεσαι τη μοναδική σχέση εργασίας που εξασφαλίζει το Δημόσιο. Κάτι που δεν θα τολμούσαν να κάνουν οι συνάδελφοί σου που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα.
Μπορεί το κράτος να κάνει κάτι; Η απάντηση είναι «όχι». Οσο η τήρηση νόμων που ψηφίστηκαν δημοκρατικά προβάλλονται σαν «φασισμός», οι κυβερνήσεις θα κάνουν πίσω και οι συνδικαλιστές δεν θα επιτρέπουν σε κανέναν υπουργό να πει πως θα κάνουν κουμάντα στα σπίτια τους.
«ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΤΕ»
Την εβδομάδα που πέρασε είχαμε και την έναρξη της δίκης τριών κατηγορουμένων που πριν από έξι χρόνια είχαν εισβάλει και καταστρέψει το γραφείο του πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου, Δημήτρη Μπουραντώνη. Δεν θα ήταν παρά μία ακόμα προσπάθεια τρομοκράτησης ενός πανεπιστημιακού, αν οι εισβολείς δεν είχαν περάσει στον λαιμό του πρύτανη ταμπέλα που έγραφε «Αλληλεγγύη στις καταλήψεις». Ταμπέλα που παρέπεμπε στην ανάλογες που έβαζαν οι Κινέζοι φοιτητές την εποχή του Μάο στους γραφειοκράτες ή τις εφημερίδες που έδιναν οι απαγωγείς να κρατάει ο Αλντο Μόρο πριν τον εκτελέσουν.
Μετά την επίθεση στον πρύτανη αστυνομικοί είχαν δηλώσει ότι αναγνωρίστηκαν 10 από τους επιδρομείς που ανήκαν σε τέσσερις καταλήψεις και συνεργάστηκαν με 4-5 φοιτητές. Επίσης την ευθύνη είχε αναλάβει η Πρωτοβουλία Μαχητικής Αλληλεγγύης. Μιλάμε λοιπόν για μία υπόθεση που λογικά θα έπρεπε να επιφέρει καταδίκες. Ομως μεσολάβησαν σχεδόν έξι χρόνια.
Και στα έξι χρόνια τα πάθη αμβλύνονται και η μνήμη εξασθενεί. Ετσι, όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου ρώτησε τον Δημήτρη Μπουραντώνη αν αναγνωρίζει κάποιους, η απάντηση ήταν: «Οχι, έχουν περάσει και πέντε χρόνια από τότε». Είτε επειδή πράγματι δεν θυμόταν είτε είναι ανθρώπινο να σκεφτεί «Τρεις είναι οι κατηγορούμενοι. Δεν έχω καμία όρεξη να τραβιέμαι με τους υπόλοιπους». Οσο οι δίκες καθυστερούν να γίνουν τόσο θα δυσκολεύει η απονομή της δικαιοσύνης.
Οι δρόμοι είναι ο καθρέφτης της πόλης
Υστερα από κάποιο χρονικό διάστημα ο οδηγός παύει να βλέπει τις πινακίδες. Αλλες τις σέβεται και άλλες τις αγνοεί. Η κυβέρνηση πρέπει να καθαρίσει τους δρόμους της Αθήνας από τις πινακίδες που η εντολή τους ξεπεράστηκε από την πραγματικότητα αφήνοντας στη θέση τους μόνο όσες είναι απαραίτητες.
Το σκεφτόμουνα διαβάζοντας τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη που έχουν να κάνουν με τα νέα μέτρα. Για να γράψω ότι η κυβέρνηση πρέπει να προσεγγίσει τη σήμανση των δρόμων από μηδενική βάση. Η λογική είναι είδος εν ανεπαρκεία στη σήμανση.
Επίσης, η κυβέρνηση πρέπει να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία που μετά τις περιπέτειες της δεκαετίας του 2010, οι Ελληνες έχουν τη διάθεση να γίνουν Ευρωπαίοι.
Πριν από 30+ χρόνια μία από τις πιο κλασικές εικόνες της πόλης ήταν τα βουναλάκια με αποτσίγαρα στην άκρη του δρόμου από το τασάκι που οι οδηγοί άδειαζαν όταν είχαν παρκάρει. Τα περιτυλίγματα από τα γαριδάκια και τα τσιπς τα πετούσαν οι οδηγοί και οι συνεπιβάτες εν κινήσει από τα παράθυρα. Σήμερα αν κάποιος το κάνει, τουλάχιστον οι άλλοι θα το προσέξουν.
Οι δρόμοι είναι ο καθρέφτης της πόλης και στο χέρι του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι να εκμεταλλευθεί την εικόνα τους.