Ομως, απευθείας ο δρ Κλασικής Αρχαιολογίας Θεόδωρος Παπακώστας συμπληρώνει ότι θα ήθελε να δει και «τα διαβόητα δείπνα της Σύβαρης, της ελληνικής αποικίας της Κάτω Ιταλίας, όπου οργανώνονταν ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια τα μεγαλύτερα dinner parties του κόσμου».
Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, η συζήτηση μεταφέρθηκε από τον Ιούνιο του 2026, που σταματούν τα σχολικά ξυπνητήρια, σχεδόν 2.800 χρόνια πίσω, σε ένα ολονύχτιο συμπόσιο της Μεγάλης Ελλάδας, ανάμεσα σε διάσημους μάγειρες, πρωτότυπες συνταγές και καλεσμένους που δεν ήθελαν με τίποτα να τους βρει το ξημέρωμα.
Μαγικός κόσμος
«Εστελναν προσκλήσεις μήνες πριν, προσλάμβαναν σεφ που έπρεπε να εμπνευστούν πρωτότυπες και μοναδικές συνταγές, διατηρούσαν το copyright της συνταγής για έναν χρόνο και το δείπνο κρατούσε έως το ξημέρωμα. Γι’ αυτό στη Σύβαρη είχαν απαγορεύσει τους κόκορες. Φαντάσου μια πόλη χωρίς ξυπνητήρια!», λέει και σταματά εγκαίρως την περιγραφή, προτού αποκαλύψει περισσότερα για το νέο του βιβλίο «Πόση Μεγάλη Ελλάδα θέλετε; -Ναι!», που περιλαμβάνει τον μαγικό κόσμο των πόλεων της «δεύτερης αρχαίας Ελλάδας».
Σε αυτό το σημείο της συνέντευξής μας, αποκαλύπτεται ίσως το μεγαλύτερο χάρισμα του Θεόδωρου Παπακώστα: η ικανότητά του να μετατρέπει την Ιστορία από μια παράθεση γεγονότων σε μια εμπειρία. Να κάνει τον αναγνώστη ή τον ακροατή του να νιώθει ότι περπατά στο παρελθόν, συναντώντας ανθρώπους, συνήθειες και ιστορίες που εξακολουθούν να μοιάζουν εκπληκτικά γνώριμες!
Τον γνωρίζουμε και ως Archaeostoryteller μέσα από τα podcasts, τα βίντεο και τις αφηγήσεις του στα social media, όπου περισσότεροι από 145.000 ακόλουθοί του ταξιδεύουν στον κόσμο της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας. Με αφορμή το νέο βιβλίο του για ενήλικες «Πόση Μεγάλη Ελλάδα θέλετε; -Ναι!» και το παιδικό «Ο Ηρακλής σε νέες περιπέτειες», ο Θεόδωρος Παπακώστας μιλά στον «Ε.Τ.» για τον μαγικό κόσμο της Ιστορίας, αλλά και για την ομορφιά της γνώσης.

Τι ήταν αυτό που σας προσείλκυσε θεματικά στον Ηρακλή και τη Μεγάλη Ελλάδα;
Ο «Ηρακλής σε νέες περιπέτειες» είναι το δεύτερο βιβλίο δραστηριοτήτων που έχει μέσα τρεις μαγικούς πολιτισμούς, Αίγυπτο, Βαβυλώνα και Βίκινγκς, αλλά και την αρχαία Ελλάδα. Μετά την επιτυχία του «ενήλικου βιβλίου» μου για τους ξένους πολιτισμούς «Ενας Αιγύπτιος, ένας Βαβυλώνιος κι ένας Βίκινγκ μπαίνουν σ’ ένα bar», θεώρησα ότι αξίζει οι μικροί μας φίλοι να γνωρίσουν και αυτοί τους υπέροχους πολιτισμούς. Το «ενήλικο βιβλίο» για τη Μεγάλη Ελλάδα ήταν ένα βιβλίο που δεν υπήρχε. Τι εννοώ; Εξειδικευμένα αρχαιολογικά συγγράμματα για τη Magna Grecia, την άλλη Ελλάδα της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, υπήρχαν και υπάρχουν πάρα πολλά. Αλλά δεν υπήρχε ένα απλό, εισαγωγικό, ταξιδιάρικο βιβλίο, ώστε κάποιος που δεν είναι αρχαιολόγος ή σχετικός επιστήμονας να μπορέσει να ανακαλύψει τη μαγεία της δεύτερης αυτής Αρχαίας Ελλάδας.
Το βιβλίο για τη Μεγάλη Ελλάδα ξεκινά με τρεις ιστορίες που αγγίζουν μερικά από τα πιο βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα: τον εκπληρωμένο έρωτα, τον ανεκπλήρωτο έρωτα και τη φιλία που νικάει τα πάντα. Τελικά, την Ιστορία τη διαμορφώνουν οι μεγάλες προσωπικότητες ή τα συναισθήματα που κινούν το ανθρώπινο μυαλό;
Γιατί όχι και τα δύο; Μέσα στο βιβλίο ξετυλίγονται συγκλονιστικές προσωπικότητες, όλες επιδραστικές, αλλά παρουσιάζονται ως άνθρωποι. Με τα πάθη, τα μειονεκτήματα και τα προτερήματά τους. Ο πολιτισμός είμαστε όλοι μας. Και πώς θα ξεπετάγονταν φιλόσοφοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες και στρατηγοί, αν δεν υπήρχε η υπόλοιπη κοινωνία για να τους θρέψει;
Τι είναι αυτό που σας ωθεί κάθε φορά να «ξεκλειδώνετε» τον χρόνο;
Η αγάπη που έχω για την επιστήμη της Αρχαιολογίας και για την ανθρωπότητα. Με μαγεύουν οι ιστορίες των ανθρώπων. Το μέτρο όλων γύρω μας είναι ο άνθρωπος, αυτό μας το δίδαξε η αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη και, επειδή ακριβώς μου αρέσει να ανακαλύπτω και να καταλαβαίνω την ανθρωπότητα, ξαναγυρνώ στα γεννοφάσκια της. Εκεί όπου ξεκίνησαν όλα, στην αρχαιότητα.
Ας ξεκινήσουμε και για τον Archaeostoryteller από την αρχή… Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;
Τυχαία, πριν από πολλά χρόνια, από τα κοινωνικά δίκτυα. Αλλά, ευτυχώς, μεταφέρθηκε στα βιβλία, που δεν τα αντικαθιστά τίποτα. Τα βιβλία πάντα θα είναι το καταφύγιό μας.

Το project πλησιάζει πλέον τη δεκαετία, αφού ξεκίνησε το 2018. Κοιτάζοντας πίσω, ποιες ήταν οι σκέψεις τότε και πώς βλέπετε σήμερα το γεγονός ότι η Αρχαιολογία γίνεται ολοένα και πιο προσιτή στο ευρύ κοινό;
Τότε ούτε εγώ ο ίδιος καλά καλά δεν πίστευα ότι υπάρχει τόσο μεγάλο αρχαιόφιλο κοινό. Ευτυχώς, διαψεύστηκα. Με χαροποιεί πάρα πολύ το γεγονός ότι τόσο πολλοί άνθρωποι ενδιαφέρονται για τη συγκλονιστική επιστήμη της Αρχαιολογίας και γενικά για το παρελθόν.
Τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε σημαντικά έργα αποκατάστασης, ανάδειξης και επαναλειτουργίας μνημείων και αρχαιολογικών χώρων από το υπουργείο Πολιτισμού. Πιστεύετε ότι αυτό επηρεάζει, τελικά, τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες προσεγγίζουν την πολιτιστική κληρονομιά;
Τα έργα αυτά γίνονταν και θα γίνονται και πάρα πολλή δουλειά υποδομής από πίσω συντελείται από εκατοντάδες ειδικούς όλων των κλάδων (αρχαιολόγοι, συντηρητές, αρχιτέκτονες, σχεδιαστές κ.ά.). Είναι η αφανής στρατιά των ανθρώπων που προσπαθούν να διαφυλάξουν την κληρονομιά μας. Ναι, για να απαντήσω κιόλας, προφανώς και βοηθούν τα έργα ανάδειξης στην κατανόηση των πολιτών και είναι απαραίτητα.
Κλείνοντας, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Εχω πολλά βιβλία ακόμη στο μυαλό μου, γιατί η ελληνική αρχαιότητα είναι ανεξάντλητη. Και, φυσικά, όχι μόνο η ελληνική. Προσωπικά, της δίνω προτεραιότητα, αλλά σέβομαι και εκτιμώ τις Αρχαιολογίες όλου του κόσμου, επομένως θα έχετε και από αυτές νεότερα από εμένα.
Οκτώ βιβλία πλέον… Ποιες είναι οι προκλήσεις τού να μεταφέρετε την επιστημονική γνώση με έναν πιο άμεσο και σύγχρονο τρόπο, χωρίς να χάνονται η εγκυρότητα και η επιστημονική ακρίβεια;
Η πρόκληση δεν είναι αυτή. Η πρόκληση είναι άλλη. Να συγκρατιέμαι και να μη λέω όλα όσα θέλω να πω, για να μην καταλήξω να βομβαρδίζω πάλι το κοινό με υπερβολική πληροφορία. Η πρόκληση είναι να κάνεις την απόσταξη της πληροφορίας που χρειάζεται, ώστε να μπει, ας το πούμε λαϊκά, το νερό στο αυλάκι και να αρχίσει κάποιος να καταλαβαίνει και να μαγεύεται από τον αρχαίο κόσμο.
Γιατί πιστεύετε ότι η Ιστορία εξακολουθεί να θεωρείται από πολλούς μαθητές ήδη από τις τάξεις του Δημοτικού ένα «δύσκολο» ή «βαρετό» μάθημα; Πώς μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά να αγαπήσουν την Ιστορία και να την αντιληφθούν ως ένα ζωντανό πεδίο που συνεχώς εξελίσσεται;
Δύσκολη ερώτηση. Προσωπικά, το έχω ξαναπεί, θα μείωνα τον όγκο της ύλης της Ιστορίας. Θα προτιμούσα, χωρίς καταιγισμό χρονολογιών, ονομάτων, δυναστειών και μαχών, να περάσω στα παιδιά την αίσθηση του πόσο εντυπωσιακό και ενδιαφέρον είναι να ανακαλύπτεις το ανθρώπινο παρελθόν. Παράδειγμα: Ας μη θυμούνται απέξω κάθε μάχη των Περσικών Πολέμων, πότε έγινε ο καθένας και ποιος ήταν στρατηγός απαραίτητα. Ας καταλάβουν, όμως, πόση σημασία είχε για την παγκόσμια Ιστορία η Μάχη του Μαραθώνα, όπου μία χούφτα Αθηναίοι στάθηκαν όρθιοι απέναντι σε έναν τεράστιο στρατό και… νίκησαν! Να καταλάβουν τα παιδιά πόσο πόνο και θυσία έχει όλο αυτό. Να καταλάβουν πώς είναι να γεννιούνται φιλοσοφία και τέχνη πριν από 2.500 χρόνια και να θέλουν, όταν πια ενηλικιωθούν, να τις ανακαλύψουν όλο και πιο βαθιά.
Ειδήσεις Σήμερα
- Μουντιάλ 2026 – Ισπανία – Σαουδική Αραβία 4-0: Ξέσπασαν στην ομάδα του Δώνη οι Ισπανοί
- Σοκαριστικές καταγγελίες για πρώην Αρχιμανδρίτη – «Μου έπιανε το στήθος, ενώ συνέχιζα να κλαίω»
- «Οδύσσεια»: Τί γνωρίζουμε και τί περιμένουμε από τον Νόλαν
- Φονέας: Ο επίγειος παράδεισος πίσω από το τρομακτικό όνομα [βίντεο]
- Νίστρουπ για Παναθηναϊκό: «Ξέρω να χτίζω ομάδες νικήτριες»