Βασισμένοι στο βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη «Κράτος Μαφία», οι επιθεωρητές ερεύνησαν τις αναφερόμενες καταγγελίες και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ενδείξεις εμπλοκής επτά αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και ο κ. Αναστασιάδης, ο οποίος διετέλεσε έβδομος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 2013 έως το 2023.
Μιλώντας στον «Ε.Τ.», ο κ. Αναστασιάδης εκφράζει τη βεβαιότητα ότι οι κατηγορίες θα καταρρεύσουν στη συνέχεια της δικαστικής διαδικασίας. «Πρόκειται για μια απαράδεκτη από νομικής πλευράς αλλά και εκ των γεγονότων ανακοίνωση (σ.σ.: του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς). Δεν έχω καμία αμφιβολία πως όταν προχωρήσουν το έργο τους οι ανακριτικές Αρχές θα αποδειχθεί το αβάσιμο των όποιων πορισμάτων και η φαιδρότητα των κατηγοριών», λέει ο τέως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και πρώην πρόεδρος του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Μεγάλος σάλος
Η ανακοίνωση της Κυπριακής Αρχής κατά της Διαφθοράς, η οποία αποτελεί την περίληψη ενός ογκώδους πορίσματος, έχει προκαλέσει σάλο στην Κύπρο, με ορισμένους να κάνουν λόγο για προσπάθεια να πληγούν οι θεσμοί και άλλους να μιλούν για βαριές σκιές πάνω από την πολιτική ζωή της χώρας, που πρέπει να διερευνηθούν σε βάθος. «Η Δικαιοσύνη δεν είναι καφενείο ούτε λαϊκό δικαστήριο. Η Γενική Εισαγγελία θα κρίνει αν οι κατηγορίες τεκμηριώνονται, γιατί μέχρι τώρα δεν έχουμε δει απτά αποδεικτικά στοιχεία», σημειώνουν στον «Ε.Τ.» πηγές από τη Λευκωσία, προσθέτοντας: «Είναι προφανές ότι για κάποιες από τις κατηγορίες υπάρχουν ενδείξεις τις οποίες οι Αρχές καλούνται να διαλευκάνουν, επειδή η παρατεταμένη σκανδαλολογία δεν βοηθά τον τόπο».
Στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς καταγράφονται πιθανά ποινικά αδικήματα -κάποια σε βαθμό κακουργήματος- που αφορούν, εκτός από τον τέως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας άλλα δώδεκα φυσικά πρόσωπα και δύο δικηγορικά γραφεία, το ένα εκ των οποίων είναι το «Αναστασιάδης και Συνεταίροι». Συγκεκριμένα, περιγράφεται διαπλοκή θεσμικών παραγόντων με τραπεζικά στελέχη και επιχειρηματίες, συναλλαγές εκατομμυρίων ευρώ σε εταιρίες της Καραϊβικής, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, διαφθορά που σχετίζεται με το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων, αλλά και ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης.
Κακούργημα
Σε μία από τις υποθέσεις που αναφέρονται στο πόρισμα, ο κ. Αναστασιάδης ερευνάται για το ενδεχόμενο κακούργημα της κατάχρησης εξουσίας. Πρόκειται για την υπόθεση της εταιρίας Focus Maritime, που, σύμφωνα με τους επιθεωρητές κατά της Διαφθοράς, χρησιμοποιήθηκε ως όχημα μέσω του οποίου ο αποβιώσας Ανδρέας Βγενόπουλος, σε συνεργασία με άλλα μέλη της διοίκησης της Λαϊκής Τράπεζας, περιλαμβανομένων στελεχών της Marfin Egnatia Bank, προέβαινε σε πληρωμές προς πολιτικά κόμματα και άλλα πρόσωπα εξουσίας στην Κύπρο, στα οποία, με βάση τα ευρήματα, επιθυμούσε να ασκήσει επιρροή.
Αυτό επιχειρήθηκε -σύμφωνα με τα καταγγελλόμενα- και για τον κ. Αναστασιάδη με ποσό 450.000 ευρώ. Μάλιστα, σύμφωνα με μαρτυρία, ενώ η διερεύνηση της υπόθεσης Focus Maritime βρισκόταν σε εξέλιξη, ο κ. Αναστασιάδης συναντήθηκε και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον τότε γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της έρευνας και ζητώντας τον τερματισμό των ανακρίσεων, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν εντοπιστεί ποινικά αδικήματα.
Οι επιθεωρητές, με βάση τη μαρτυρία και τα έγγραφα που εξέτασαν, δεν εντόπισαν μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό ότι το ποσό των 450.000 ευρώ κατέληξε σε προσωπικούς λογαριασμούς του τέως Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το ποσό αυτό το οποίο προήλθε από τη Focus Maritime κατέληξε, μέσω άλλων εταιριών, σε τουριστικό γραφείο για κάλυψη εξόδων αεροπορικών εισιτηρίων ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ στις προεδρικές εκλογές του 2008.
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ
Το ροζ διαμάντι της Ριμπολόβλεβα και η αλλαγή του Ποινικού Κώδικα
Μεγάλο μέρος του πορίσματος αναλώνεται στην υπόθεση του πολύκροτου διαζυγίου του Ρώσου επιχειρηματία Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ και τη σύλληψη της πρώην συζύγου του, Ελένα, στην Κύπρο, το 2014. Σύμφωνα με το πόρισμα, στο βιβλίο «Κράτος Μαφία» ο Μακάριος Δρουσιώτης αναφέρεται σε μια οικογενειακή και περιουσιακή διαμάχη «μεταξύ του Ρώσου ολιγάρχη και της εν διαστάσει συζύγου του, η οποία προέκυψε στο πλαίσιο διαδικασιών διαζυγίου». Σύμφωνα με τον κ. Δρουσιώτη, η Ελένα Ριμπολόβλεβα, η οποία υπέβαλε αίτηση διαζυγίου σε δικαστήριο της Γενεύης, διεκδικούσε ποσό ύψους 4,5 δισ. δολαρίων, το οποίο αντιστοιχούσε στο ήμισυ της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους.
Ο κ. Δρουσιώτης ισχυρίζεται ότι ο κ. Ριμπολόβλεφ επιδίωκε να προστατεύσει με κάθε τρόπο τον οικογενειακό πλούτο από τις οικονομικές αξιώσεις της συζύγου του. Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντα με τον συγγραφέα, ο Ρώσος ολιγάρχης και τα πρόσωπα που ενεργούσαν εκ μέρους του εφάρμοσαν ένα «σχέδιο ποδηγέτησης» της κυπριακής Δικαιοσύνης, με απώτερο στόχο τον εξαναγκασμό της εν διαστάσει συζύγου του σε συμβιβασμό. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο βιβλίο που ερεύνησαν οι επιθεωρητές κατά της Διαφθοράς, οργανώθηκε η σύλληψη της κ. Ριμπολόβλεβα.
Βαθύ παρασκήνιο
Πρόσωπα τα οποία σχετίζονταν με τον κ. Ριμπολόβλεφ φέρονται να προχώρησαν σε ενέργειες για την παγίδευση και την ποινική δίωξη της κ. Ριμπολόβλεβα, αξιοποιώντας καταγγελία που υποβλήθηκε στην Αστυνομία από τον δικηγόρο του Ρώσου ολιγάρχη για παράνομη κατοχή από την πρώην σύζυγό του ενός ροζ διαμαντιού αξίας 26 εκατ. δολαρίων. Οι εν λόγω ενέργειες φέρονται να περιλάμβαναν συντονισμό, καθώς και συνεχή ενημέρωση αναφορικά με την πορεία της επιχείρησης, με κρατικούς αξιωματούχους και την Αστυνομία. Οπως αναφέρεται, τροποποιήθηκε ακόμα και ο Ποινικός Κώδικας, ώστε να μπορεί να ασκηθεί εναντίον της ποινική δίωξη.
Η κ. Ριμπολόβλεβα συνελήφθη, τελικά, βάσει εντάλματος που είχε εκδοθεί έπειτα από την καταγγελία για το ροζ διαμάντι. Ωστόσο, κατά την εξέλιξη της υπόθεσης προέκυψαν στοιχεία και ισχυρισμοί που αμφισβητούσαν τη βασιμότητα των κατηγοριών και αφέθηκε ελεύθερη. Επιπλέον, σύμφωνα με την έρευνα, η σύζυγος του δικαστή που χειρίστηκε την υπόθεση προσλήφθηκε εκείνη την περίοδο «με υψηλές αμοιβές» στη δικηγορική εταιρία που χειριζόταν υποθέσεις του κ. Ριμπολόβλεφ. Για τη συγκεκριμένη υπόθεση, ο Νίκος Αναστασιάδης κατηγορείται ότι άσκησε αθέμιτη επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δημόσιων λειτουργών.

