Από τα βομβαρδισμένα βιομηχανικά συγκροτήματα του Ιράν μέχρι τα λιμάνια του Περσικού Κόλπου και από τις τιμές της βενζίνης έως τις οικονομίες της ευρωζώνης, ο πόλεμος αφήνει πίσω του ένα τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος, το οποίο θα χρειαστούν χρόνια για να αποτιμηθεί πλήρως.
Αν και η συμφωνία παράτασης της εκεχειρίας που επιτεύχθηκε τις τελευταίες ημέρες δημιουργεί προσδοκίες αποκλιμάκωσης, οι συνέπειες της σύγκρουσης αναμένεται να γίνουν αισθητές για χρόνια τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στις διεθνείς αγορές. Τέσσερις μήνες αργότερα, η Μέση Ανατολή μετρά τις πληγές της και ο κόσμος τον λογαριασμό ενός πολέμου που άλλαξε τις ισορροπίες στην περιοχή και δοκίμασε την αντοχή της διεθνούς οικονομίας.
Ο πόλεμος ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με μαζικά αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα κατά στρατιωτικών και πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, με την Τεχεράνη να απαντάει με χιλιάδες πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, επεκτείνοντας το πεδίο των επιχειρήσεων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών και αναλυτών, οι ανθρώπινες απώλειες ανέρχονται σε αρκετές χιλιάδες νεκρούς και δεκάδες χιλιάδες τραυματίες. Η πλειονότητα των θυμάτων καταγράφεται στο Ιράν και τον Λίβανο, ενώ σημαντικές απώλειες σημειώθηκαν, επίσης, σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ και συμμάχων τους στην περιοχή.
Η μεγαλύτερη καταστροφή καταγράφεται στο εσωτερικό του Ιράν. Χιλιάδες στόχοι επλήγησαν από τις αμερικανικές και τις ισραηλινές επιθέσεις, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών βάσεων, κέντρων διοίκησης, βιομηχανικών μονάδων και ενεργειακών υποδομών. Παράλληλα, επλήγησαν κρίσιμες πολιτικές εγκαταστάσεις, όπως γέφυρες, χαλυβουργίες, εγκαταστάσεις ύδρευσης και δίκτυα μεταφορών.
Το κόστος ανοικοδόμησης, που το Ιράν βάζει επί τάπητος σε μια μελλοντική διαπραγμάτευση, θα ανέλθει σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, επιβαρύνοντας έτι περαιτέρω μια οικονομία που ήδη βρισκόταν υπό το βάρος διεθνών κυρώσεων.
Σημαντικές είναι και οι ζημιές στις χώρες του Κόλπου. Σε αντίθεση με προηγούμενες αντιπαραθέσεις με το Ισραήλ, το Ιράν επέλεξε αυτήν τη φορά να πλήξει άμεσα γειτονικά αραβικά κράτη που θεωρεί συμμάχους της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρέθηκαν στο επίκεντρο των επιθέσεων, δεχόμενα σχεδόν το ήμισυ των ιρανικών πληγμάτων που στόχευσαν χώρες του Κόλπου. Παράλληλα, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, όπου φιλοξενούνται σημαντικές αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, βρέθηκαν, επίσης, στο στόχαστρο.
Η συμβουλευτική εταιρία Rystad Energy, την οποία επικαλούνται οι «Financial Times», υπολογίζει ότι μόνο η αποκατάσταση των ζημιών στις ενεργειακές υποδομές των χωρών του Κόλπου θα απαιτήσει επενδύσεις ύψους περίπου 58 δισ. δολαρίων. Το ποσό αυτό αφορά εγκαταστάσεις παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, λιμενικές υποδομές και δίκτυα μεταφοράς ενέργειας.

ΚΛΙΜΑ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ
Σε δίνη οικονομικού σοκ ο πλανήτης
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το οικονομικό κόστος της στρατιωτικής εμπλοκής αποδεικνύεται, επίσης, ιδιαίτερα υψηλό. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι δαπάνες για επιχειρήσεις, αναπλήρωση πυραυλικών αποθεμάτων, επισκευές βάσεων και μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού κυμαίνονται ήδη μεταξύ 25 και 34 δισ. δολαρίων. Το Πεντάγωνο έχει αναφέρει ακόμη υψηλότερες εκτιμήσεις, χωρίς να έχει δημοσιοποιήσει πλήρως τη μεθοδολογία του υπολογισμού τους.
Ισως η σημαντικότερη διεθνής συνέπεια της σύγκρουσης ήταν η διαταραχή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Η πρακτική διακοπή της κυκλοφορίας πλοίων για αρκετές εβδομάδες προκάλεσε έντονη αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές και εκτίναξε το κόστος μεταφοράς.
Οι Αμερικανοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με 4 δολάρια το γαλόνι πετρελαίου στην αντλία, ενώ σε κάποιες Πολιτείες, όπως στην Καλιφόρνια, το γαλόνι άγγιξε τα 6 δολάρια.
Η Ευρώπη βίωσε και πάλι περίοδο αντίστοιχη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, με την τιμή της βενζίνης να φτάνει ακόμα και τα 110-120 ευρώ το βαρέλι, σε υψηλό τετραετίας, με σχεδόν το σύνολο των κρατών-μελών του «μπλοκ» να λαμβάνει μέτρα για τη συγκράτηση των τιμών.
Η αναταραχή μεταφέρθηκε γρήγορα και στη διεθνή οικονομία. Η Παγκόσμια Τράπεζα αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις ανάπτυξης για τα δύο τρίτα των κρατών του πλανήτη, εκτιμώντας ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί στο 2,5% το 2026.
Αντίστοιχες προειδοποιήσεις έχουν εκδώσει ο ΟΟΣΑ και άλλοι διεθνείς οργανισμοί, επισημαίνοντας ότι οι υψηλότερες τιμές ενέργειας, η αβεβαιότητα στις αγορές και η μείωση των επενδύσεων ενδέχεται να επιβραδύνουν την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας.

