
Στα βιβλία του, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη, η πλοκή λειτουργεί σαν πρόσχημα: Αυτό που πραγματικά τον ενδιαφέρει είναι οι ρωγμές στη μνήμη, στην ηθική, στην ανθρώπινη αντοχή.
Στο πλαίσιο της συμμετοχής σας στην 22η Διεθνή Εκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, σε μια περίοδο όπου το έργο σας έχει ήδη βρει ισχυρό αναγνωστικό έδαφος, τι σημαίνει για εσάς η επαφή με το ελληνικό κοινό;
Είναι η πρώτη φορά που έρχομαι στην Ελλάδα και για μένα αυτό είναι μια μεγάλη χαρά. Σίγουρα θα μελετήσω τα μέρη για να τα χρησιμοποιήσω ως σκηνικά. Οταν συναντώ αναγνώστες που μιλούν μια άλλη γλώσσα, προσπαθώ πάντα να καταλάβω σε ποια σημεία των όσων έχω γράψει αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Πρέπει να ειπωθεί ότι οι χώρες μας έχουν πολλά κοινά. Ιταλικές, ελληνικές και βαλκανικές μαφίες διαχειρίζονται τις ίδιες παράνομες ροές και εκμεταλλεύονται τους ίδιους χώρους δράσης, η κοινωνική ψαλίδα εδώ ανοίγει όπως και σε εμάς με την ίδια λογική, για να μην μιλήσουμε για την Ακροδεξιά…
Το «Σκότωσε τον Πατέρα» σάς έφερε στο διεθνές προσκήνιο: Νιώσατε ότι αυτό το βιβλίο σάς ξεπέρασε ως δημιουργό;
Στην πραγματικότητα είμαι εγώ αυτός που προσπαθεί να ξεπεράσει τα βιβλία μου. Οταν τελειώνω ένα, ήδη σκέφτομαι το επόμενο.
Το «Σκότωσε τον Πατέρα», όμως, ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση. Είναι το βιβλίο που μου επέτρεψε να βγω έξω από τα ιταλικά σύνορα. Ανήκει, βέβαια, σε μια διαφορετική εκδοτική εποχή: Δούλεψα πάνω του τρία χρόνια και είναι ένα πολύ μεγάλο μυθιστόρημα, που σήμερα πιθανόν θα μου ζητούσαν να το κόψω στο μισό. Σήμερα η αγορά τείνει να ευνοεί πιο γρήγορα βιβλία.
Από τα πρώτα σας έργα μέχρι το «Ο άγγελος» και «Το κακό που κάνουν οι άνθρωποι», υπάρχει μια σταδιακή μετατόπιση από την καθαρή πλοκή προς πιο σύνθετες κοινωνικές ζώνες: Είναι αυτή μια συνειδητή ωρίμανση ή μια ανάγκη να ξεφύγετε από τα όρια του είδους;
Δεν νομίζω ότι έχω απομακρυνθεί από το είδος· νιώθω περισσότερο ότι έχω πάει βαθύτερα σε θέματα που ίσως είχα απλώς αγγίξει σε ένα προηγούμενο μυθιστόρημα. Προσπαθώ πάντα να βρίσκω τις πιο κατάλληλες μορφές για να εντάσσω τις ιστορίες μου στο παρόν. Είναι μυθοπλασία, φυσικά, αλλά υπάρχει μια μυθοπλασία που προσπαθεί να μετατρέψει την πραγματικότητα σε μια υποδειγματική ιστορία -μια πιθανή ανάγνωση του κόσμου- και μια μυθοπλασία που απλώς αναπαράγει με καθησυχαστικό τρόπο τις δομές του παρελθόντος. Εγώ επιλέγω την πρώτη.
Χωρίς ποτέ να ξεχνώ ότι γράφω ιστορίες που πρέπει να συναρπάζουν όσους αγαπούν το θρίλερ: Δεν γράφω δοκίμια, ούτε πολιτικά μανιφέστα, προσπαθώ να κατοικήσω το φαντασιακό.
Οι ήρωές σας, από την Κολόμπα μέχρι τον Ντάντε, μοιάζουν να λειτουργούν στα όρια της αντοχής, ψυχικά και ηθικά: Είναι τελικά πιο δύσκολο να «χτίσετε» έναν εγκληματία ή έναν άνθρωπο που προσπαθεί να παραμείνει ηθικός μέσα στο χάος;
Βλέπω το ίδιο επίπεδο δυσκολίας και στις δύο περιπτώσεις. Μπροστά σε έναν εγκληματία, η πρώτη πρόκληση είναι να καταλάβεις αν πρόκειται για θύτη ή για θύμα.
Το αμερικανικό θρίλερ της δεκαετίας του ’80, που υπήρξε μεγάλος δάσκαλος, για πολύ καιρό ταύτισε το κακό με την ψυχική ασθένεια: Οι κατά συρροή δολοφόνοι γεννιούνται με έμφυτη κακοποιό φύση και η μόνη λύση για τους «κανονικούς» ανθρώπους ήταν να τους εξοντώσουν. Δεν αποδέχτηκα ποτέ αυτή τη θεώρηση.
Αν υπάρχει ένας κοινωνιοπαθής, η ευθύνη δεν είναι μόνο δική του, αλλά ενός κοινωνικού συστήματος που δεν κατάφερε να τον προστατεύσει ως παιδί ή να τον θεραπεύσει ως ενήλικα. Είναι άρρωστοι, μερικές φορές επικίνδυνοι, αλλά παραμένουν άρρωστοι. Και δεν υπάρχει τίποτα ηρωικό στο να πυροβολείς έναν άρρωστο.
Το να «χτίσεις» έναν κακό, για μένα, σημαίνει να αποφύγεις αυτή την απλοποίηση και να του βρεις μια αιτία που υπερβαίνει την παθολογία.
Για τους «καλούς», αντίθετα, η πρόκληση δεν είναι να αποκτήσουν ηθική μέσα στο χάος, αλλά να βρουν τρόπο να αποδώσουν δικαιοσύνη σε έναν κόσμο που δεν την προβλέπει.
Ο συγγραφέας οφείλει να παίρνει θέση απέναντι σε φαινόμενα όπως η διαφθορά και η έμφυλη βία ή αρκεί η αφήγηση από μόνη της;
Πρέπει να ξεχωρίζουμε τον συγγραφέα από τον πολίτη. Ο συγγραφέας δεν έχει άλλο καθήκον πέρα από το να γράφει καλά: Αν είναι καλός, θα τον διαβάσω ακόμη κι αν μιλά για το τίποτα. Είμαι απαιτητικός μόνο στο νουάρ, γιατί από τη φύση του έχει την αποστολή να αφηγείται τις κοινωνικές πληγές και τους μηχανισμούς που δυσλειτουργούν, συχνά αντιστρέφοντας την οπτική γωνία. Δεν ξεκινώ ποτέ ένα βιβλίο με σκοπό να γράψω ένα «στρατευμένο» μυθιστόρημα· προσπαθώ απλώς να σκηνοθετήσω την αιώνια σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και στο κακό, αλλά το κάνω από τη δική μου οπτική, που είναι ριζικά κριτική απέναντι στο παρόν. Πιστεύω ότι είναι ο πολίτης, και όχι ο συγγραφέας, που πρέπει να εμπλέκεται στην κοινωνική ζωή, παίρνοντας δημόσια θέση όταν χρειάζεται και όντας συνεπής στις προσωπικές του πράξεις όταν σβήνουν τα φώτα.

