
Ενα σκληρό παιχνίδι φωτός και σκιών, όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δοκιμάζεται και η ελπίδα αρνείται να σβήσει. Στο επίκεντρο, ο Νίκος Ψαράς, ηθοποιός με δεκαετίες θεατρικής πορείας και τηλεοπτικής ακτινοβολίας, μετατρέπει την εσωτερικότητα σε κραυγή σιωπής και την παύση σε ουσία. Μαζί με το σύνολο των ταλαντούχων ηθοποιών και τη μαεστρία των Σταυρόπουλων στη σκηνοθεσία, η παράσταση αναδεικνύει την ανθρώπινη ψυχή που δεν παραδίδεται, ακόμα κι όταν ο κόσμος γύρω μοιάζει με κλειστή φυλακή.
_Η θεατρική μεταφορά ενός εμβληματικού έργου όπως το «Rita Hayworth and Shawshank Redemption», «Η Τελευταία Έξοδος – Ρίτα Χέιγουορθ» φέρει το δικό της βάρος. Πώς προσεγγίσατε τον ρόλο σας ώστε να αποδώσετε την ιδιαιτερότητα και την εσωτερική ένταση του χαρακτήρα στη σκηνή;
Ο Αντι Ντουφρέιν που υποδύομαι είναι ένας νεαρός τραπεζίτης που έχει ήδη κατακτήσει το αμερικανικό όνειρο: οικονομική επιτυχία, κοινωνική καταξίωση, έναν “σωστό” γάμο. Είναι ένα μαθηματικό μυαλό, αλλά συναισθηματικά κλειστός, απόμακρος, σχεδόν ονειροπόλος. Οταν η ζωή του καταρρέει και καταδικάζεται άδικα σε δις ισόβια, βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν κόσμο αμείλικτο, που δοκιμάζει διαρκώς τα όρια της αντοχής και της αξιοπρέπειάς του.
Δούλεψα τον ρόλο ήσυχα, με εσωτερικούς κραδασμούς και μια βαθιά αίσθηση αθωότητας. Με ενδιέφερε να αναδείξω αυτή τη σιωπηλή δύναμη του χαρακτήρα, έναν άνθρωπο που δεν αντιδρά με έκρηξη, αλλά με επιμονή και εσωτερική αντίσταση. Η πορεία ενός ανθρώπου που κακοποιείται για δεκαεννιά χρόνια έχει πολλές διαδρομές και πολλές εκφάνσεις και αυτές προσπάθησα να φωτίσω επί σκηνής, μέσα από μια διαρκή πάλη ανάμεσα στην κατάρρευση και την ελπίδα.
_ Η φυλακή του Shawshank στο έργο είναι σχεδόν κολαστήριο. Πώς καταφέρατε να μεταφέρετε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, μέσω του ρόλου σας, στη σκηνή μετατρέποντας την ένταση και τον φόβο σε ελπίδα που αναβλύζει μέσα από αυτόν τον χώρο;
Μέσα από έρευνα, ταινίες, ντοκιμαντέρ, επισκέψεις σε πραγματικές φυλακές, αλλά κυρίως μέσα από τις πρόβες και τον αυτοσχεδιασμό, προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε μια σκηνική συνθήκη όσο το δυνατόν πιο αληθινή.
Παρότι καμία αναπαράσταση δεν μπορεί να φτάσει την ωμότητα της πραγματικότητας, η αίσθηση της επιβίωσης μέσα σε έναν τέτοιο χώρο είναι καθοριστική. Κάθε φυλακή έχει τους δικούς της άγραφους νόμους και η ανάγκη να προσαρμοστείς σε αυτούς είναι ζήτημα ζωής.
_ Το έργο ζωντανεύει έννοιες όπως η ελπίδα, η αξιοπρέπεια και η φιλία εν μέσω εγκλεισμού. Πώς νομίζετε ότι αυτές οι θεματικές μιλούν στο σήμερα;
Οι έννοιες της ελπίδας, της αξιοπρέπειας και της φιλίας θα μας αφορούν πάντα. Είναι αξίες που δεν ανήκουν σε μια εποχή, είναι βαθιά ανθρώπινες και διαχρονικές. Η ελπίδα είναι κινητήριος δύναμη· χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να υπάρξουμε ούτε να αντέξουμε.
Η αξιοπρέπεια είναι στάση ζωής, μια εσωτερική επιλογή που δοκιμάζεται καθημερινά και η φιλία ένα ανεκτίμητο καταφύγιο μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες. Μέσα σε έναν κόσμο εγκλεισμού, όπως αυτός του Shawshank, αυτές οι σχέσεις αποκτούν άλλη βαρύτητα, γίνονται δεσμοί βαθιοί, που δεν περιορίζονται από τα τείχη, αλλά τα υπερβαίνουν.
Είναι αυτές οι ποιότητες που κρατούν τον άνθρωπο όρθιο, ακόμη και όταν όλα γύρω του μοιάζουν να καταρρέουν.
_ Η παράσταση λειτουργεί σαν οργανισμός όπου όλοι οι ηθοποιοί είναι συνδεδεμένοι. Πώς συνεργαστήκατε με τους υπόλοιπους ηθοποιούς και τους σκηνοθέτες για να χτίσετε την ένταση και τη συνοχή του συνόλου;
Αυτός είναι ο στόχος κάθε παράστασης: να λειτουργεί το σύνολο σαν ένας οργανισμός, σαν μια γροθιά που αφηγείται μια κοινή ιστορία. Οταν υπάρχει κοινός υποκριτικός κώδικας, τότε μπορούμε να μιλάμε για μια ολοκληρωμένη δουλειά.
Εμείς δουλέψαμε με αυτοσχεδιασμούς, συνεχή συζήτηση και έντονη αγωνία, υπό την καθοδήγηση των σκηνοθετών, χτίζοντας βήμα βήμα αυτή τη συνοχή, μια ενέργεια που περνάει από τον έναν στον άλλον και, τελικά, φτάνει στο κοινό.
_Η καριέρα σας είναι μακρά και πολυσχιδής. Ποιες στιγμές σας έχουν σημαδέψει περισσότερο και πώς πιστεύετε ότι έχουν διαμορφώσει τον τρόπο που προσεγγίζετε ρόλους σαν αυτόν στην «Τελευταία Εξοδο»;
Κάθε ρόλος και κάθε συνεργασία είναι ένα δώρο που σε συνοδεύει για πάντα. Η «φαρέτρα» γεμίζει και κουβαλάς μαζί σου όλους αυτούς τους χαρακτήρες, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε διαμορφώνουν, όχι μόνο ως ηθοποιό, αλλά και ως άνθρωπο.
Ο Γιόχαν, ο Μερκούτιος, ο Αίμονας, ο Ορέστης, ο Πενθέας, ο Σαλιέρι και τόσοι άλλοι παραμένουν ζωντανοί μέσα μου. Είναι ρόλοι που άφησαν το αποτύπωμά τους και καθόρισαν τον τρόπο που προσεγγίζω κάθε νέο υλικό, κάθε νέα πρόκληση.
Φέτος, όμως, συνάντησα για πρώτη φορά έναν τόσο εσωστρεφή χαρακτήρα, έναν άνθρωπο που, μέσα από τη σιωπή και τη χαμηλόφωνη δύναμή του, καταφέρνει το ακατόρθωτο. Αυτό είχε για μένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον: να υπηρετήσω έναν ρόλο που δεν επιβάλλεται αλλά επιμένει.

