Στόχος, να μαζέψουν το «ρευστό» της αγοράς, πριν από τον ανταγωνισμό. Το κέρδος είναι σημαντικό, τόσο για τους καταθέσεις/αποταμιευτές όσο και για τις τράπεζες. Οι πρώτοι θα έχουν απόδοση πολλαπλάσια από όσα θα είχαν από τη μέση προθεσμιακή, ενώ οι δεύτεροι «κλειδώνουν» τη ρευστότητα και αυξάνουν τα έσοδά τους.
Οι καταθέσεις
Μπορεί τα νοικοκυριά να έχουν τις περισσότερες καταθέσεις των τελευταίων 14 ετών και τον Νοέμβριο, που είναι τα πιο πρόσφατα στοιχεία, να είχαν υπόλοιπο 152,44 δισ. ευρώ, όμως το 75-76% βρίσκεται σε απλούς λογαριασμούς, μίας ημέρας. Εκεί, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, τον Νοέμβριο το μέσο επιτόκιο ήταν 0,03%, για τα νοικοκυριά και 0,08% για τις επιχειρήσεις. Είναι σαφές ότι οι απλές καταθέσεις έχουν σχεδόν μηδενικό επιτόκιο και δεν συμφέρουν τους καταθέτες, καθώς ο πληθωρισμός «τρώει» την αξία των κεφαλαίων τους. Στις προθεσμιακές, με συμφωνημένη διάρκεια έως 1 έτος, τα επιτόκια έχουν πέσει στο 1,12% για τα νοικοκυριά και 1,67% για τις επιχειρήσεις. Ακόμα και αυτά τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλότερα από τον πληθωρισμό. Το αποτέλεσμα ήταν η «φυγή» των καταθετών. Με τα 7,5 στα 10 ευρώ των καταθέσεων να έχουν σχεδόν μηδενικό επιτόκιο και τις προθεσμιακές να μην μπορούν να διασώσουν την αξία των καταθέσεων από τη φθορά του πληθωρισμού, οι τράπεζες προσφέρουν λύσεις πιο… «επενδυτικές».
Οι τράπεζες, που γνωρίζουν πολύ καλά τους πελάτες τους, έχουν «λανσάρει» προϊόντα που είναι στη σφαίρα του επενδυτικού – αποταμιευτικού με τακτικές καταβολές, με ελάχιστες απαιτήσεις σε χρόνο, γνώσεις και παρακολούθηση των αγορών. Προσφέρουν επενδυτικά προγράμματα με ελάχιστες μηνιαίες καταβολές, από 20 έως 500 ευρώ ή χωρίς μηνιαίες υποχρεωτικές καταβολές, αλλά με επένδυση μέρους των καθημερινών αγορών. Οι μεγάλες τράπεζες έχουν η καθεμία τα δικά τους προϊόντα και ο ανταγωνισμός τις σπρώχνει σε διάφορες προσφορές και «μπόνους» για προσέλκυση νέων αποταμιευτών. Από μπόνους καλωσορίσματος, επιστροφές χρημάτων με τις αγορές και «ειδικά» επιτόκια/αποδόσεις, όλα σχεδιασμένα να μετατρέψουν τους… «καταθέτες» σε «αποταμιευτές».
Από 20 ευρώ
Το κοινό στοιχείο που έχουν τα περισσότερα νέα προγράμματα των τραπεζών είναι η μικρή μηνιαία καταβολή. Να δημιουργούνται επενδύσεις, χωρίς όμως να βαραίνει πολύ ο μηνιαίος οικογενειακός ή ατομικός προϋπολογισμός. Για να το πετύχουν αυτό, σχεδίασαν αποταμιευτικά προγράμματα με δόσεις από 20 ευρώ. Παράδειγμα μεγάλης συστημικής τράπεζας, όπου ανοίγεις τον επενδυτικό λογαριασμό, επιλέγεις πού θέλεις να πηγαίνουν τα λεφτά (αμοιβαία, ομολογιακά ή μετοχικά) και κάθε μήνα γίνεται αυτόματα μία καταβολή από 20 έως 500 ευρώ, ό,τι έχει αποφασίσει ο πελάτης. Αυτό που προσφέρουν είναι ελαχιστοποίηση της επίδρασης της υψηλής μεταβλητότητας των κεφαλαιαγορών σε σχέση με μια άπαξ συμμετοχή σε Αμοιβαίο Κεφάλαιο, βελτιστοποίηση της μέσης τιμής κτήσης των μεριδίων, αυξάνοντας την προοπτική θετικών αποδόσεων και χωρίς κόπο, αφού η διαχείριση θα γίνεται από πιστοποιημένους και εξειδικευμένους διαχειριστές της τράπεζας. Σχετικά με την απόδοση, αυτό είναι θέμα της αγοράς. Παράδειγμα ενός αμοιβαίου μετοχικού που μπορεί να επιλέξει κάποιος σε αυτό το πρόγραμμα: την Πρωτοχρονιά φέτος η τιμή του ήταν στα 14,535 ευρώ, από 10 ευρώ πριν από ένα έτος. Ανοδος 44,4%. Από την άλλη πλευρά, καμία επένδυση δεν είναι εγγυημένη και οι αποδόσεις μπορεί να είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες.
Επενδύοντας τα… ρέστα
Μεγάλη τράπεζα δίνει τη δυνατότητα για λογαριασμό όπου τα μικροποσά από τις καθημερινές συναλλαγές, κάθε αγορά να γίνεται στρογγυλοποίηση στο επόμενο ευρώ και το παραπάνω μικροποσό να συγκεντρώνεται σε ξεχωριστό λογαριασμό και επενδύεται μόλις φτάσει τα 10 ευρώ. Π.χ. Για μια αγορά στο σουπερμάρκετ αξίας 41,50€, θα αφαιρεθούν από τον λογαριασμό τα 42 ευρώ. Τα παραπάνω 50 λεπτά της στρογγυλοποίησης μεταφέρονται αυτόματα στον επενδυτικό λογαριασμό και όταν φτάνει ή υπερβαίνει τα 10 ευρώ, η υπηρεσία τα επενδύει αυτόματα σε αμοιβαίο κεφάλαιο της τράπεζας. Ακόμα περισσότερο, υπάρχει η δυνατότητα για άμεση ρευστοποίηση της επένδυσης, αν αυτό χρειαστεί. Δεν υπάρχουν χρεώσεις και χωρίς μελέτη ή άλλη ενασχόληση, ο «καταναλωτής» γίνεται επενδυτής.

