Σε αυτό το μετερίζι επιχείρησε με ορθολογικό τρόπο να εγχαράξει νέους και αποδοτικότερους δρόμους στην άσκηση πολιτικής. Σήμερα, στο τιμόνι του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, του μεγαλύτερου Επιμελητηρίου της χώρας, ο Γιάννης Μπρατάκος έχει θέσει ως στόχο την αναρρίχηση των μεγεθών του επιμελητηριακού θεσμού αναζητώντας νέες ατραπούς ενίσχυσης της δυναμικής των επιχειρήσεων μελών του.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι πολεμικές συγκρούσεις δημιουργούν νέα δεδομένα για την παγκόσμια οικονομία. Ποιους κινδύνους βλέπετε να διαμορφώνονται για τις ελληνικές επιχειρήσεις και ποια θα πρέπει να είναι η στάση της Πολιτείας απέναντι σε αυτήν τη συγκυρία;
Οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνουν την αβεβαιότητα στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον και επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Η άνοδος στο κόστος ενέργειας, οι πιέσεις σε μεταφορές και διεθνές εμπόριο, αλλά και οι πιθανές διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, δημιουργούν ένα πιο απαιτητικό πλαίσιο για τον επιχειρηματικό σχεδιασμό.
Σε μια τέτοια συγκυρία, το ζητούμενο είναι η ψυχραιμία και η έγκαιρη προετοιμασία. Η Πολιτεία οφείλει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, να διασφαλίζει ένα σταθερό και προβλέψιμο οικονομικό περιβάλλον και να στηρίζει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και η διαφοροποίηση των αγορών αποτελούν βασικά εργαλεία, ώστε οι επιχειρήσεις να παραμείνουν ανθεκτικές σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας και αναδιάταξης των εφοδιαστικών αλυσίδων, ποια πρέπει να είναι η θέση της Ελλάδας στον νέο γεωοικονομικό χάρτη και σε ποιους τομείς μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία;
Οι σημερινές γεωοικονομικές εξελίξεις δεν δημιουργούν μόνο προκλήσεις, αλλά και νέες ευκαιρίες για χώρες που μπορούν να αξιοποιήσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει τον ρόλο της ως κόμβος εμπορίου, ενέργειας και logistics στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ταυτόχρονα, η χώρα πρέπει να επενδύσει περισσότερο στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας μέσα από το παραγωγικό μοντέλο της. Τομείς όπως η αγροδιατροφή υψηλής ποιότητας, η μεταποίηση τροφίμων, η ναυτιλία και οι υπηρεσίες που συνδέονται με αυτήν, η τεχνολογία, τα data centers και η πράσινη ενέργεια μπορούν να διαμορφώσουν μια πιο ανθεκτική και εξωστρεφή οικονομία. Αν κινηθούμε στρατηγικά σε αυτούς τους τομείς, η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει τις διεθνείς αλλαγές σε μοχλό ανάπτυξης.
Πόσο κρίσιμη είναι η διασύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τη μεταποίηση και τις εξαγωγές, ώστε να δημιουργηθούν ολοκληρωμένες αλυσίδες αξίας εντός της χώρας;
Είναι απολύτως κρίσιμη. Η Ελλάδα έχει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα στον πρωτογενή τομέα, όμως μεγάλο μέρος της αξίας χάνεται όταν τα προϊόντα φεύγουν στο εξωτερικό χωρίς επεξεργασία ή χωρίς ισχυρό brand.
Αυτό που χρειάζεται είναι ολοκληρωμένες αλυσίδες αξίας: από την παραγωγή μέχρι τη μεταποίηση και την εξαγωγή. Ετσι, αυξάνεται το εισόδημα των παραγωγών, δημιουργούνται θέσεις εργασίας και ενισχύονται οι εξαγωγές.
Αυτό απαιτεί, βεβαίως, νέες επενδύσεις στη μεταποίηση, στην πιστοποίηση ποιότητας, στο branding και τα διεθνή δίκτυα διανομής. Η αγροδιατροφή μπορεί να γίνει ένας από τους πιο δυναμικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας, αρκεί να περάσουμε από τη λογική της απλής παραγωγής στη λογική μιας ολοκληρωμένης επιχειρηματικής αλυσίδας.
Μπορεί η βιομηχανία να αποτελέσει ξανά κεντρικό πυλώνα του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου ή παραμένει περιορισμένη σε συμπληρωματικό ρόλο;
Η ενίσχυση της βιομηχανίας είναι απαραίτητη για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε μια σταδιακή ανάκαμψη της βιομηχανικής δραστηριότητας, ωστόσο η συμβολή της μεταποίησης στο ΑΕΠ παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η βιομηχανία μπορεί και πρέπει να αποκτήσει ισχυρότερο ρόλο στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Οι οικονομίες με ισχυρή μεταποίηση αναπτύσσονται ταχύτερα και είναι πιο ανθεκτικές απέναντι σε διεθνείς κρίσεις και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Για να οικοδομήσουμε μια πιο δυναμική παραγωγική βάση χρειάζονται νέες επενδύσεις σε τεχνολογία, αυτοματοποίηση, ψηφιακές υποδομές και καινοτομία, αλλά και ένα σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον που ενθαρρύνει τις παραγωγικές επενδύσεις.
Στο ΕΒΕΑ πιστεύουμε ότι η Ελλάδα μπορεί να αναπτύξει ένα σύγχρονο βιομηχανικό οικοσύστημα και γι’ αυτό καταθέτουμε τεκμηριωμένες προτάσεις προς την Πολιτεία και προωθούμε πρωτοβουλίες που ενισχύουν την καινοτομία και τη σύνδεση της βιομηχανίας με την έρευνα.
Τελικά, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να αναπτύσσεται, αλλά να δημιουργεί μεγαλύτερη αξία από όσα παράγει. Πού βρίσκεται σήμερα αυτή η αξία και πού πρέπει να κατευθυνθεί τα επόμενα χρόνια;
Αυτό είναι, πράγματι, το μεγάλο στοίχημα για την ελληνική οικονομία. Η ανάπτυξη πρέπει να συνδέεται με περισσότερη γνώση, μεγαλύτερη εξωστρέφεια και υψηλότερη προστιθέμενη αξία.
Σήμερα, η αξία δημιουργείται, κυρίως, στον τουρισμό, στη ναυτιλία και σε ορισμένους δυναμικούς κλάδους υπηρεσιών. Το επόμενο βήμα είναι να ενισχυθούν περισσότερο οι τομείς που συνδυάζουν τεχνολογία, καινοτομία και παραγωγή.
Η Ελλάδα μπορεί να αναπτύξει ισχυρά οικοσυστήματα γύρω από την πράσινη ενέργεια, την αγροδιατροφή υψηλής ποιότητας, τη βιομηχανία τεχνολογίας, τα logistics και τις ψηφιακές υποδομές.
Το ζητούμενο είναι να περάσουμε από ένα μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται, κυρίως, στην κατανάλωση σε ένα μοντέλο που στηρίζεται περισσότερο στην παραγωγή, στις επενδύσεις και τις εξαγωγές. Εκεί βρίσκεται η πραγματική προοπτική της ελληνικής οικονομίας.
Ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει ρεκόρ αφίξεων. Θεωρείτε ότι το σημερινό μοντέλο είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα ή απαιτείται ποιοτικός επαναπροσδιορισμός με έμφαση στις επενδύσεις, στις υποδομές και τη διασπορά του οφέλους στις τοπικές οικονομίες;
Ο τουρισμός είναι ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας και τα αποτελέσματα των τελευταίων ετών είναι, πράγματι, εντυπωσιακά. Η πρόκληση, όμως, δεν είναι μόνο να αυξάνονται οι αφίξεις, αλλά να αυξάνεται και η αξία που δημιουργείται.
Χρειάζεται, λοιπόν, ένας σταδιακός ποιοτικός επαναπροσδιορισμός του τουριστικού μοντέλου: επενδύσεις υψηλότερης ποιότητας, καλύτερες υποδομές, μεγαλύτερη έμφαση στη βιωσιμότητα και μεγαλύτερη διασπορά της τουριστικής δραστηριότητας τόσο γεωγραφικά όσο και μέσα στο έτος.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της προσέγγισης πρέπει να είναι και η σύνδεση του τουρισμού με την αγροδιατροφή, τον πολιτισμό και τις τοπικές επιχειρήσεις, ώστε να ενισχυθεί το πολλαπλασιαστικό όφελος για τις τοπικές οικονομίες.

