Το πανάρχαιο έθιμο της προίκας δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία ή μοναδικότητα, αφού μέχρι πρόσφατα αποτελούσε συνηθισμένη πρακτική και των πλέον ανεπτυγμένων κοινωνιών.
Μπορεί στην πορεία του χρόνου να δέχθηκε πολλές κριτικές και αμφισβητήσεις ως αναχρονιστικό έθιμο, αλλά τις περισσότερες φορές, όταν ήρθε η ώρα, τηρήθηκε και από τους αμφισβητίες του. Ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει την προίκα ως «βαρβαρικό έθιμο», ενώ ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» είναι αντίθετος με αυτήν, όχι για λόγους υποτίμησης της γυναίκας, αλλά γιατί τη θεωρεί βαθιά αντιδημοκρατική, αφού η εφαρμογή της συμβάλλει στην ένωση δύο μεγάλων περιουσιών, άρα και στη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια ολίγων.

«Βάρβαρο και αναχρονιστικό θεσμό» χαρακτηρίζει την προίκα εφημερίδα του 1952, η οποία μάλιστα ξεκινά σταυροφορία για την κατάργηση του «χρηματιστηρίου του γάμου».
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας το έθιμο αποτελούσε κορυφαίο τμήμα της διαδικασίας του γάμου, αφού το μέγεθος και η ποιότητα της προίκας καθόριζαν σε απόλυτο βαθμό τον «καλό γαμπρό». Μην ξεχνάμε ότι οι ταξικές ανισότητες της εποχής ήταν τεράστιες, με αποτέλεσμα να είναι πρακτικά αδύνατο μια φτωχή -ακόμα και όμορφη- κοπέλα να παντρευτεί τον γιο του προύχοντα της περιοχής. Τις ελάχιστες φορές που αυτό συνέβαινε από έρωτα, η κοινωνία θεωρούσε δεδομένο ότι αυτή τον «τύλιξε», ενώ, όταν δεν γινόταν, ακουγόταν το κλασικό «τα λεφτά πηγαίνουν στα λεφτά». Συχνό ήταν και το φαινόμενο μια άσχημη ή μεγάλη για την εποχή γυναίκα με καλή προίκα να γίνεται περιζήτητη νύφη.

Προικοσύμφωνο του 19ου αιώνα
Αναγκαιότητα
Το έθιμο της προίκας ουσιαστικά κάλυπτε μια κοινωνική αναγκαιότητα των παλαιότερων χρόνων, αφού η κλεισμένη μέσα στο σπίτι γυναίκα δεν αποτελούσε μέρος του εργατικού δυναμικού, άρα δεν συνεισέφερε οικονομικά στο οικογενειακό εισόδημα. Στη δημιουργία της προίκας συμμετείχε όλη η οικογένεια.
Οι γονείς δούλευαν συνεχώς, τα κορίτσια έραβαν ή κεντούσαν τα προικιά τους, ενώ τα αγόρια έμπαιναν από νωρίς στη βιοπάλη, αφού, αν δεν «αποκαθιστούσαν» τις αδελφές τους, δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια. Τα πράγματα για τους τελευταίους ήταν ιδιαίτερα δύσκολα αν η ανύπαντρη αδελφή δεν είχε προίκα και ήταν άσχημη ή μεγάλη…
Ωστόσο, η προίκα δεν περιοριζόταν στα χρήματα ή στα ακίνητα. Τα σεντόνια, τα κεντημένα υφαντά, τα ρούχα και τα οικιακά σκεύη αποτελούσαν χειροπιαστό αποτέλεσμα πολυετούς εργασίας, συχνά από τα χέρια της ίδιας της νύφης. Το περιεχόμενο του μπαούλου αποτύπωνε την οικονομική κατάσταση του σπιτιού, αλλά και την επιμέλεια της οικογένειας. Σε αρκετές περιοχές, τα προικιά εκτίθεντο πριν από τον γάμο, ώστε συγγενείς και γείτονες να διαπιστώσουν τι προσφερόταν στο νέο νοικοκυριό.
Οταν τελικά βρισκόταν ο γαμπρός, συνήθως με προξενιό, το αμέσως επόμενο ή παράλληλο βήμα ήταν η συνάντηση των οικογενειών για τον καθορισμό της επίμαχης προίκας. Αν, συνήθως μετά από σκληρά παζάρια, υπήρχε τελική συμφωνία, τότε γινόταν ο επίσημος αρραβώνας μαζί με την υπογραφή του προικώου εγγράφου, προικόχαρτου, αρραβωνόχαρτου ή, όπως έχει φτάσει μέχρι σήμερα, προικοσύμφωνου. Οπως κι αν ονομαζόταν ανά εποχή και περιοχή, το τελευταίο αποτελούσε επίσημο έγγραφο γαμήλιου συμβολαίου.

Γραφείο συνοικεσίων διαφημίζει στη βιτρίνα του τη νύφη να κρατά ανθοδέσμη και τον γαμπρό να κρατά δεσμίδες χρημάτων, με τη χαρακτηριστική ταμπέλα: «Ο τυχερός που εκέρδισε τα 600.000.000 προίκα επωλήθη υπό του πρακτορείου μας». Ολα αυτά σε μεταπολεμική γελοιογραφία.
Δύο αντίγραφα
Στην Τουρκοκρατία το προικοσύμφωνο συντασσόταν σε δύο αντίγραφα από κληρικούς ή μοναχούς, παρουσία μαρτύρων που το υπέγραφαν κι αυτοί, ενώ μετά την ανεξαρτησία της χώρας αποτελούσε επίσημο έγγραφο που κατατίθετο στο υποθηκοφυλακείο και είχε ισχύ συμβολαίου.
Στο προικοσύμφωνο γινόταν λεπτομερέστατη καταγραφή -συχνά με σχολιασμό της κατάστασης των πραγμάτων- όσων παραδίδονταν στον γαμπρό, ο οποίος είχε πλέον την υποχρέωση να τα διαχειριστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε αυτά περιλαμβάνονταν είδη ρουχισμού, οικιακά σκεύη, έπιπλα, νομίσματα και ζώα.
Οταν δινόταν ακίνητη περιουσία (χωράφια, κτήματα, σπίτια κ.ά.), η σύζυγος διατηρούσε την ψιλή κυριότητα και ο σύζυγος έπαιρνε την επικαρπία αυτών. Σε περίπτωση θανάτου του τελευταίου, η προίκα επέστρεφε στην κατοχή της νύφης, ενώ, αν έφευγε πρώτη από τη ζωή η σύζυγος, ένα τμήμα της περιουσίας πήγαινε στον σύζυγο και το άλλο στα παιδιά. Αν το ζευγάρι ήταν άκληρο, επέστρεφε στον προικοδότη ή στους νόμιμους κληρονόμους του.
Η προίκα μπορεί να βοήθησε πολλά ζευγάρια στη νέα τους κοινή ζωή, αλλά δημιούργησε άλλους τόσους γάμους συμφερόντων, προικοθηρίας και οικογενειακών προστριβών, γι’ αυτό και χαρακτηρίστηκε ως «έθιμο εξαγοράς». Μεταπολεμικά η εφαρμογή της προίκας περιορίστηκε, αλλά ουσιαστικά δεν καταργήθηκε ποτέ.
Νομικά καταργήθηκε το 1983 και αντικαταστάθηκε από τη «γονική παροχή», αλλά τα προικοσύμφωνα που είχαν συνταχθεί πριν από την κατάργησή της παραμένουν σε ισχύ ως προσύμφωνα γονικής παροχής προς την κόρη.

Νύφη με τις φίλες της σε βυζαντινό γάμο.
Ενα συριανό προικοσύμφωνο του 1675
Ενδεικτικό είναι το παρακάτω απόσπασμα προικοσύμφωνου που συντάχθηκε το 1675 στη Σύρο και αποτυπώνει τέλεια το πνεύμα αυτών των εγγράφων. Επειτα από τις ευχές της οικογένειας της νύφης στο νέο ζευγάρι, ακολουθούν οι υλικές παροχές: «Δεύτερον δε, τέσσερα εικονίσματα, το πρώτον εις ξύλον χονδρόν και δυνατόν δύο δάκτυλα. Τρία υποκάμισα, τα δύο μικρά και ένα μεγάλο. Δύο μικρά, παστρικά, ατρύπητα και ολόγερα. Δύο μισοφόρια ολόγερα και μπουγαδιασμένα. Ενάμισι ζευγάρι κάλτσες. Εως ότου να γίνει ο γάμος, έχει καιρό να πλέξει και την άλλη να γίνουν δύο ζευγάρια. Ενα φουστάνι τσίτι ριγωτό, ένα άλλο σακονέτα της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου. Μία φασκιά για το καλορίζικο. Δύο ζεύγη παπουτσιών και ένα μπαλωμένο. Σαράντα πήχες βρακοζώνα και μετά τον θάνατο του παππού άλλο τόση. Του γαμπρού μία σκούφια, να τη φορεί βραδιά παρά βραδιά, για να μην του τρυπήσει γρήγορα. Δυο τσουκάλια κάστρινα. Δυο φλιτζάνια του καφέ χωματένια. Το αμελέτητο νερό, με δυο χέρια, παστρικό και άπιαστο. Τρεις βελόνες της κάλτσας. Ενα στρώμα μπαλωμένο της μακαρίτισσας της γιαγιάς μου από φύλλα καλαμόφυλλα. Ενα κλειδί. Μία ψαράγγα (χωράφι) ίσια με μία κυλίστρα του γαιδάρου. Τρία ράλια, πέντε παράδες και τρία άσπρα. Μαζί μ’ αυτά, που τους κάνουμε τους πρώτους νοικοκυραίους της Σύρου, τη μία κάμαρα του σπιτιού που καθούμαστε κι άμα πεθάνω εγώ και ο παππούς της Κατής, όλο το σπίτι. Δυο κότες, έναν πετεινό, ένα μιρμιτζέλι, είκοσι αβγά, ένα κόσκινο κουκιά, σπιτίσια μακαρόνια κι αν προφθάσουμε θα κάνουμε κι άλλα τόσα. Δέκα οκάδες ελιές, δύο ντουζίνες χήνους, σαράντα καπόνια κρεμμύδια. Ολα αυτά να τα κάμουν θάλασσα, να τρών’ και να πίνουν όλο το οκταήμερο, γαμπρός και νύφη και όλο το συμπεθεριό και οι πιο κοντά γειτόνοι. Εις δε τον γαμπρόν, την Κατή με τα ούλα της».























