Βρισκόμαστε ακριβώς εξήντα χρόνια πριν, στα τέλη Ιουλίου του 1966, με την πρωτεύουσα και τους κατοίκους της να κινούνται σε καλοκαιρινούς ρυθμούς. Πολύ ζέστη και ετοιμασίες για τις επερχόμενες διακοπές του Αυγούστου.
Ένας από αυτούς είναι και ο 38χρονος πατέρας τριών παιδιών Γ. Κ. που ξεκινά τα ξημερώματα για την καθημερινή του ρουτίνα. Φεύγει με το αυτοκίνητό του από το σπίτι του στη Νέα Φιλαδέλφεια και, στη διαδρομή προς τη δουλειά του στο Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων, έχει παραλάβει ήδη από διάφορα σημεία της πρωτεύουσας τέσσερις συναδέλφους του, ένας εκ των οποίων εργάζεται και ως αθλητικός συντάκτης σε ημερήσια εφημερίδα.

Γράφημα των ημερών που περιγράφει τη στιγμή της μοιραίας πρόσκρουσης του αυτοκινήτου με τους τόνους τσιμέντου.
Στις 6.45 το πρωί, με κατεύθυνση προς τον Πειραιά, στο ύψος της λεωφόρου Συγγρού 98 και της οδού Αναστασίου Ζίννη, ακριβώς απέναντι από το τότε εργοστάσιο Φιξ και το σημερινό Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και πέφτει πάνω στο πεζοδρόμιο, όπου βρίσκεται ένα σιλό γεμάτο με 20 τόνους υγρού τσιμέντου για τις εργασίες του υπό κατασκευή κτιρίου. Το αυτοκίνητο χτυπά με τον δεξιό τροχό το δεξί εξωτερικό πόδι του σιλό, το οποίο ταλαντεύεται αλλά δεν πέφτει. Αμέσως μετά ακολουθεί δεύτερη πρόσκρουση, αυτή τη φορά του αριστερού τροχού στο άλλο πόδι του σιλό, που αποδεικνύεται μοιραία. Ο τεράστιος όγκος λυγίζει και αδειάζει αμέσως πάνω στο αυτοκίνητο και τους πέντε επιβάτες του και τους καταπλακώνει κάτω από είκοσι τόνους υγρού τσιμέντου που βρίσκονται στο εσωτερικό του.

Οι πρώτες ώρες τις ανείπωτης τραγωδίας. (Οι φωτογραφίες προέρχονται από δημοσιεύματα και φωτογραφικά αρχεία της εποχής. Έχουν υποστεί ψηφιακή αποκατάσταση, χρωματική επεξεργασία και βελτίωση της ευκρίνειάς τους με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς αλλοίωση του ιστορικού περιεχομένου).
Τρεις από τους επιβάτες του μοιραίου αυτοκινήτου βρίσκουν ακαριαίο θάνατο, ενώ οι άλλοι δύο τραυματίζονται ελαφρά, αλλά πεθαίνουν από ασφυξία. Αυτό σημαίνει ότι ουσιαστικά ενταφιάζονται ζωντανοί μέσα σε τόνους τσιμέντου, μη μπορώντας να αναπνεύσουν και χωρίς να μπορούν να ακούσουν καν τους διασώστες που προσπαθούν επί μιάμιση ώρα να τους απεγκλωβίσουν.

Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στις πολύνεκρες τραγωδίες, ακολουθεί η αναζήτηση ευθυνών, κατά την οποία αναδεικνύονται λεπτομέρειες, αμέλειες, λάθη και παρατυπίες που στην καθημερινότητα περνούν απαρατήρητες, αλλά όταν έρθει «η κακιά στιγμή» αποδεικνύονται καθοριστικές. Τα ερωτήματα είναι πολλά: λειτουργούσαν σωστά τα φρένα του αυτοκινήτου, το οποίο τρεις ημέρες πριν είχε κάνει σέρβις ενόψει των επερχόμενων καλοκαιρινών οικογενειακών διακοπών; Γιατί φρέναρε απότομα ο οδηγός; Υπήρχε μπροστά άλλο όχημα που του έκοψε την πορεία, υποχρεώνοντάς τον να φρενάρει; Το σιλό ήταν τοποθετημένο σωστά στο σημείο του πεζοδρομίου που όριζαν οι κανόνες ασφαλείας;
Οι πρώτες πληροφορίες μιλούν για προπορευόμενο λεωφορείο που φρέναρε απότομα στο κόκκινο φανάρι, με αποτέλεσμα ο οδηγός του μοιραίου αυτοκινήτου να κάνει λανθασμένο ελιγμό προς τα δεξιά για να το αποφύγει. Σύντομα όμως η πραγματικότητα για τις συνθήκες του δυστυχήματος αναδεικνύει ένα ακόμη θύμα της τραγωδίας, μόνο που αυτή τη φορά, το θύμα παραμένει ζωντανό.
Στο σημείο όπου έγινε το τρομερό δυστύχημα περίμενε, όπως κάθε πρωί, ένας ακόμη συνάδελφος του οδηγού Κ. Ο τελευταίος, που βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, δεν τον πρόσεξε και τον προσπέρασε. Ο συνάδελφος σήκωσε τα χέρια και του φώναξε. Όταν ο οδηγός τον αντιλήφθηκε, έκοψε ταχύτητα και προσπάθησε να κάνει όπισθεν για να τον παραλάβει. Όμως τότε φάνηκε να μην ελέγχει πλέον ούτε τα φρένα ούτε το τιμόνι και ακολούθησε η μοιραία πορεία προς το σιλό.
Ο συνάδελφος- αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει τις επόμενες δραματικές στιγμές :«Το είδα να κάνει απότομο δεξιά και να πέφτει στη βάση του σιλό. Όταν έγινε η σύγκρουση ήμουν κάπου στα δύο μέτρα και τα είδα όλα. Ήταν κάτι τρομερό. Σαν ένα τεράστιο χέρι να έσπρωξε το σιλό και αυτό άρχισε να γέρνει, μέχρι που έχασα από τα μάτια μου το αυτοκίνητο. Το είχε καπακώσει τελείως. Ο κρότος που έκανε το σιλό πέφτοντας πάνω στο αυτοκίνητο ήταν τρομερός. Τρόμαξα και έπεσα κάτω, σε απόσταση δύο μέτρων. Όταν σηκώθηκα και αντίκρισα τι είχε γίνει, μαρμάρωσα. Ήταν φρικτό. Όλα είχαν γίνει μια μάζα».
Ο νεαρός εργάτης, που τελικά δεν επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο, κατακλύζεται από τύψεις, θεωρώντας τον εαυτό του υπεύθυνο για το δυστύχημα: «Εγώ σκότωσα τους φίλους μου. Βοήθησέ με, Θεέ μου, μην τρελαθώ». Όμως, απ’ ό,τι αποδεικνύουν οι μετέπειτα έρευνες, ουσιαστική αιτία της τραγωδίας δεν ήταν η στάση που επιχείρησε να κάνει ο οδηγός, αλλά τα προβλήματα στο τιμόνι και στα φρένα που είχαν παρουσιαστεί μετά το σέρβις του αυτοκινήτου, όπως είχε εκμυστηρευθεί ο ίδιος σε φίλους του. Έτσι, όλα δείχνουν ότι το δυστύχημα πιθανότατα θα συνέβαινε ούτως ή άλλως, λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, με λιγότερα ή ακόμη και περισσότερα θύματα.
Το ανθρώπινο δράμα δεν σταματά στους πέντε νεκρούς. Πίσω μένουν τέσσερις χήρες και οκτώ ορφανά. Ρεπορτάζ εφημερίδας της εποχής περιγράφει σκηνές από το σπίτι της οικογένειας ενός εκ των θυμάτων, που θυμίζουν χορό αρχαίας τραγωδίας.Στο σπίτι βρίσκονται ακόμη κλειστές και τακτοποιημένες οι βαλίτσες για το επερχόμενο οικογενειακό καλοκαιρινό ταξίδι. Η σύζυγος τον περιμένει στο σπίτι και αιφνιδιάζεται όταν της λένε ότι ο άνδρας της βρίσκεται στο νοσοκομείο. Μέσα στην ταραχή της δεν προσέχει τις γειτόνισσες που κουβεντιάζουν σιωπηλά κοιτώντας την, ούτε τη μητέρα της, που δείχνει να τα έχει καταλάβει όλα και μπαίνει στο σπίτι για να φορέσει τα μαύρα της ρούχα…


