Με το βλέμμα στραμμένο στην 7η -για το 2026- γυναικοκτονία στην Ελλάδα, κάνουμε την απόπειρα να εξετάσουμε την εφαρμογή που λέγεται Panic Button. Πως δουλεύει; Πόσες γυναίκες την έχουν εγκαταστήσει; Πόσες την χρησιμοποίησαν; Μπορεί να μας προστατέψει;
Η Έρικα Καζάνη, συνεργάζεται με το Κέντρο Διοτίμα ως δικηγόρος και ασχολείται με τη νομική εκπροσώπηση επιζωσών έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Στη συζήτηση που ακολουθεί, επιχειρεί να χαρτογραφήσει το πόσο μπορεί ένα κουμπί σε μια οθόνη να ανατρέψει μια συνθήκη που χτίζεται μέσα σε φόβο, εξάρτηση, έλεγχο και σιωπή. Και τι συμβαίνει όταν η ασφάλεια δεν εξαρτάται από την ύπαρξη του εργαλείου, αλλά από το αν μπορεί πραγματικά να λειτουργήσει τη στιγμή της ανάγκης.

Πόσο αποτελεσματικό είναι στην πράξη, τι στοιχεία υπάρχουν για τη χρήση του και ποια είναι τα όρια ενός εργαλείου που ενεργοποιείται στην κορύφωση του κινδύνου;
Οι γυναικοκτονίες συνεχίζονται. Ποια είναι σήμερα η μεγαλύτερη αδυναμία του συστήματος προστασίας των γυναικών στην Ελλάδα;
«Αν και το ελληνικό νομικό πλαίσιο σε γενικές γραμμές διαθέτει ένα ικανοποιητικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, μέχρι σήμερα το αδίκημα της γυναικοκτονίας δεν τυποποιείται ως τέτοιο. Η νομική αναγνώρισή της είναι σημαντική στο βαθμό που αναδεικνύει τον έμφυλο χαρακτήρα του αδικήματος και υπάρχουν συστηματικά και νομικά αποδεκτοί τρόποι για την ένταξή του στον ποινικό κώδικα. Επιπλέον, η εμπειρία δείχνει ότι η αυστηροποίηση των ποινών δεν αποτελεί πανάκεια. Χρειάζονται πρόληψη, έγκαιρη παρέμβαση, ουσιαστική προστασία των επιζωσών, τήρηση ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων, εκπαίδευση των επαγγελματιών που ασχολούνται με ζητήματα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Η ενδοοικογενειακή βία με αποκορύφωμα την γυναικοκτονία είναι ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που επηρεάζει κατά πλειοψηφία γυναίκες και θηλυκότητες και διαρρηγνύει κοινωνικά, οικονομικά και ταξικά στεγανά. Ως τέτοιο απαιτεί μία ολιστική προσέγγιση για την πρόληψη και αντιμετώπισή του όχι μόνο σε νομικό επίπεδο».
Το Panic Button ως εργαλείο προστασίας
Το Panic Button παρουσιάστηκε ως ένα σημαντικό εργαλείο προστασίας. Από την εμπειρία σας, πόσο συχνά οι γυναίκες που υποστηρίζετε το χρησιμοποιούν ή επιλέγουν να το εγκαταστήσουν; Υπάρχουν λόγοι που δεν το αξιοποιούν;
«Πολλές επιζώσες επιλέγουν να εγκαταστήσουν το Panic Button και συχνά αισθάνονται ανακούφιση γνωρίζοντας ότι μπορούν να ειδοποιήσουν αθόρυβα την αστυνομία σε περίπτωση άμεσου κινδύνου. Υπάρχουν, όμως, και γυναίκες που δεν το αξιοποιούν. Μπορεί να φοβούνται ότι η προσφυγή στις αρχές θα οδηγήσει σε κλιμάκωση της βίας -ιδίως αν συνεχίζεται η συμβίωση με τον κακοποιητή, να βρίσκονται υπό συνεχή έλεγχο από τον δράστη, να εξαρτώνται οικονομικά ή κοινωνικά από εκείνον ή να μην έχουν εμπιστοσύνη στη άμεση και αποτελεσματική ανταπόκριση των θεσμών. Αυτός είναι άλλωστε και ένας από τους λόγους που πολλά περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας παραμένουν ακατάγραφα. Επιπλέον, το εργαλείο προϋποθέτει ότι η επιζώσα θα έχει άμεση πρόσβαση στο κινητό της και θα μπορέσει να το ενεργοποιήσει τη στιγμή του κινδύνου. Με άλλα λόγια προϋποθέτει και ένα μίνιμουμ ψυχραιμίας την ώρα της επίθεσης, λεκτικής, ψυχολογικής ή σωματικής. Όπως δείχνει η εμπειρία κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα εύκολο ούτε και απαιτείται κάτι τέτοια από τις επιζώσες. Για τον λόγο αυτό, η εγκατάστασή του panic button πρέπει να εντάσσεται σε ένα εξατομικευμένο σχέδιο ασφάλειας και πλαίσιο δομών και όχι να αντιμετωπίζεται ως η μοναδική λύση καθεαυτή».
Η αποτελεσματικότητα του
Υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να δείχνουν πόσο αποτελεσματικό είναι το PanicButton στην πράξη; Γνωρίζουμε πόσες γυναίκες σώθηκαν ή προστατεύθηκαν χάρη στην άμεση ενεργοποίησή του;
«Υπάρχουν στοιχεία για τη χορήγηση και την ενεργοποίηση της εφαρμογής, όχι όμως επαρκή δημόσια προσβάσιμα δεδομένα για τα αποτελέσματα κάθε ενεργοποίησης. Σύμφωνα με επίσημο απολογισμό για το πρώτο δεκάμηνο του 2025, 5.240 άτομα απέκτησαν πρόσβαση στο PanicButton και καταγράφηκαν 914 ενεργοποιήσεις. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν τη χρήση του «κουμπιού», όχι κατ’ ανάγκη την αποτελεσματικότητά του. Δεν γνωρίζουμε συστηματικά πόσο γρήγορα ανταποκρίθηκε η αστυνομία, τι συνέβη μετά την παρέμβαση, αν ο δράστης συνελήφθη ή απομακρύνθηκε, αν επιβλήθηκαν και τηρήθηκαν προστατευτικά μέτρα και αν αποτράπηκε νέα κακοποίηση. Επίσης, ο συνολικός αριθμός των δικογραφιών για ενδοοικογενειακή βία δεν μπορεί να συνδεθεί αυτομάτως με τη λειτουργία του PanicButton. Για να γνωρίζουμε πόσες γυναίκες προστατεύθηκαν ουσιαστικά, απαιτείται και η συλλογή ποιοτικών δεδομένων, όχι μόνο ποσοτικών».
Η αξιολόγηση του μέτρου
Μπορούμε να αξιολογήσουμε αντικειμενικά αν το μέτρο αποδίδει;
«Μπορούμε, μόνο εφόσον καθορίσουμε με σαφήνεια τι σημαίνει ότι το μέτρο «αποδίδει». Δεν αρκεί να μετράμε πόσες φορές εγκαταστάθηκε ή ενεργοποιήθηκε η εφαρμογή. Χρειάζονται στοιχεία για τον χρόνο ανταπόκρισης των αστυνομικών αρχών, την αποτροπή νέου επεισοδίου, τη σύλληψη ή απομάκρυνση του δράστη, την επιβολή και τήρηση προστατευτικών μέτρων, την ασφάλεια της επιζώσας σε βάθος χρόνου και τη δική της εμπειρία από τη χρήση του εργαλείου.Χρειάζεται επίσης να εξετάζεται αν το Panic Button είναι πραγματικά προσβάσιμο σε όλες τις επιζώσες, μεταξύ άλλων σε γυναίκες με αναπηρία, μετανάστριες, γυναίκες που ζουν σε νησιά ή απομακρυσμένες περιοχές και όσες υφίστανται ψηφιακό έλεγχο από τον δράστη».
Το PanicButton από μόνο του αρκεί ή υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργείται μια ψευδαίσθηση ασφάλειας όταν δεν συνοδεύεται από άμεση αστυνομική και κοινωνική παρέμβαση;
«Το Panic Button είναι ένα χρήσιμο συμπληρωματικό εργαλείο, αλλά ενεργοποιείται όταν ο κίνδυνος έχει ήδη καταστεί άμεσος. Ακόμη, προϋποθέτει ότι η επιζώσα μπορεί να έχει πρόσβαση στο κινητό της και ότι θα ακολουθήσει έγκαιρη και κατάλληλη αστυνομική ανταπόκριση. Δεν απομακρύνει από μόνο του τον δράστη, δεν εξασφαλίζει ασφαλή στέγαση και οικονομική αυτονομία, δεν προστατεύει αυτομάτως τα παιδιά, δεν εγγυάται την τήρηση των περιοριστικών όρων και δεν υποκαθιστά τη νομική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Και δεν θα περιμέναμε να το κάνει. Για αυτό είναι σημαντική η ολιστική πλαισίωση ενός περιστατικού έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, η ύπαρξη επαρκών δομών φιλοξενίας, η διασύνδεση με εξειδικευμένες/ους επαγγελματίες. Όταν παρουσιάζεται ως η κεντρική λύση, υπάρχει επιπλέον ο κίνδυνος να μετατοπίζεται η ευθύνη στην ίδια την επιζώσα, σαν να εξαρτάται η ασφάλειά της από το αν θα προλάβει να πατήσει εγκαίρως ένα κουμπί. Η αξία και η αποτελεσματικότητά του ως μέτρου εξαρτάται από το συνολικό σύστημα προστασίας μέσα στο οποίο εντάσσεται».
Πέρα από το Panic Button, ποια άλλα εργαλεία και δομές θα πρέπει να γνωρίζει μια γυναίκα που βιώνει κακοποίηση;
«Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου μπορεί να καλέσει το 100 ή, αν δεν μπορεί να μιλήσει, να στείλει γραπτό μήνυμα στο 100 αναφέροντας τη διεύθυνση, το ονοματεπώνυμό της και το είδος της επείγουσας ανάγκης. Μπορεί επίσης να απευθυνθεί στην 24ωρη γραμμή SOS 15900, στα κατά τόπους Συμβουλευτικά Κέντρα και στους ξενώνες φιλοξενίας.
Μία επιζώσα μπορεί να απευθυνθεί, επίσης, στο Κέντρο Διοτίμα για δωρεάν νομική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Σε νομικό επίπεδο μπορεί να καταγγείλει τις πράξεις βίας ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Γραφείου Ενδοοικογενειακής Βίας ή της Εισαγγελίας. Με τη συνδρομή δικηγόρου μπορεί επίσης να προσφύγει στα αστικά δικαστήρια με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και να ζητήσει, ανάλογα με την υπόθεση, την απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας του δράστη, τη ρύθμιση της κατοικίας, της επιμέλειας, της επικοινωνίας με τα παιδιά και της διατροφής. Το σημαντικό είναι η επιζώσα να έχει πλήρη ενημέρωση, να γίνεται εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου και να αποφασίζει η ίδια, όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες, ποια βήματα είναι ασφαλέστερα για εκείνη».
Πρώτα σημάδια κακοποίησης και άμεσα βήματα

Τι θα συμβουλεύατε μια γυναίκα που αρχίζει να βλέπει τα πρώτα σημάδια κακοποιητικής συμπεριφοράς; Ποια είναι τα πρώτα βήματα που πρέπει να κάνει πριν η κατάσταση γίνει ακόμη πιο επικίνδυνη;
«Στο πλαίσιο του νόμου για την ενδοοικογενειακή βία ως αδικήματα τυποποιούνται -σε γενικές γραμμές- αυτά της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, επικίνδυνης και απλής, και οι παραλλαγές της, και της ενδοοικογενειακής απειλής. Η εξύβριση είναι κατ’ έγκληση διωκόμενο αδίκημα και δεν διώκεται αυτεπαγγέλτως όπως τα παραπάνω αδικήματα ενδοοικγοενειακής βίας. Ο έλεγχος, η απομόνωση από φιλικό και συγγενικό περιβάλλον, η παρακολούθηση του κινητού, η οικονομική εξάρτηση, η σεξουαλική πίεση και η συστηματική υποτίμηση αποτελούν επίσης μορφές κακοποιητικής συμπεριφοράς είναι τέτοια σημάδια. Το γεγονός ότι δεν συγκροτούν όλα κάποιο ποινικό αδίκημα δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να λάβει χώρα η σωματική βλάβη ή η απειλή για να αναζητήσει βοήθεια η επιζώσα.
Αν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, προέχει η επικοινωνία με το 100 και με την 24ωρη γραμμή SOS15900. Αν δεν υπάρχει εκείνη τη στιγμή επείγουσα απειλή, είναι σημαντικό να μιλήσει σε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης και να απευθυνθεί σε εξειδικευμένη επαγγελματία. Εφόσον είναι ασφαλές, μπορεί να έχει εύκολα διαθέσιμα βασικά έγγραφα, φάρμακα, κλειδιά, λίγα χρήματα και σημαντικούς αριθμούς τηλεφώνου, καθώς και να ελέγξει την ασφάλεια των ψηφιακών λογαριασμών και συσκευών της.
Δεν υπάρχει μία μοναδική «σωστή» αντίδραση και η ευθύνη για τη βία ανήκει αποκλειστικά στον δράστη. Καθήκον της επαγγελματία είναι να ακούσει την επιζώσα χωρίς αμφισβήτηση ή πίεση, να της εξηγήσει τις επιλογές της και να σεβαστεί τις αποφάσεις της».
Πώς αξιολογείτε συνολικά την ανταπόκριση του κράτους στις υποθέσεις έμφυλης βίας; Υπάρχουν κενά στη συνεργασία αστυνομίας, δικαιοσύνης και κοινωνικών υπηρεσιών;
«Έχουν γίνει ορισμένα θετικά βήματα, όπως η δημιουργία των Γραφείων Ενδοοικογενειακής βίας, η πανελλαδική επέκταση του Panic Button και η λειτουργία ενός δικτύου συμβουλευτικών δομών. Ωστόσο, η ανταπόκριση παραμένει συχνά αποσπασματική, όπως δυστυχώς μας επιβεβαιώνει η καθημερινότητα με τις ειδήσεις για «ακόμη μία γυναικοκτονία».
Υπάρχουν δομικά κενά στον συντονισμό μεταξύ αστυνομίας, εισαγγελικών και δικαστικών αρχών, κοινωνικών υπηρεσιών, δομών υγείας και εξειδικευμένων οργανώσεων. Ενίοτε οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη, η ανεπαρκής χωρητικότητα των δομών φιλοξενίας και οι γεωγραφικές και οικονομικές ανισότητες δυσχεραίνουν την ουσιαστική προστασία. Η αποτελεσματικότητα του κράτους δεν πρέπει να μετριέται μόνο από τον αριθμό των καταγγελιών, των δικογραφιών ή των συλλήψεων, αλλά από το αν η γυναίκα παραμένει ασφαλής μετά την πρώτη επαφή της με τις αρχές».
Σε αρκετές υποθέσεις γυναικοκτονιών έχει γίνει γνωστό ότι υπήρχαν προηγούμενες καταγγελίες ή επαφή των θυμάτων με τις αρχές. Τι δείχνουν αυτές οι περιπτώσεις;
«Η πραγματικότητα δείχνει ότι μέχρι στιγμής παρά τα σημαντικά βήματα υπάρχουν θεσμικές ελλείψεις και ελλιπής κατανόηση του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας ως έμφυλης διάκρισης και τελικά ως παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντιστρέφοντας το ερώτημα, θα έλεγα ότι αν σε κάθε επαφή ή καταγγελία με τις αστυνομικές αρχές, η επιζώσα διασυνδέονταν αμέσως με φορείς προστασίας, με δομείς φιλοξενίας που θα είχαν χωρητικότητα, και δίνονταν οι πρώτες συμβουλές σαν «πρώτες βοήθειες» ένα περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας ίσως να μην κατέληγε σε γυναικοκτονία. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της γυναικοκτονίας της Κυριακής Γρίβα, η οποία πυροδότησε πολλές νομοθετικές αλλαγές ή μάλλον την επιτάχυνση τους, καθώς ορισμένες από αυτές αποτελούν νομοθετήματα ενωσιακής προέλευσης. Οι «προσπάθειες» καταγγελίας ή ενημέρωσης των αρχών δεν πρέπει να οδηγούν σε επίρριψη ευθύνης στη γυναίκα επειδή δεν απομακρύνθηκε ή δεν κατήγγειλε. Το νομικό πλαίσιο οφείλει να προλαμβάνει και όχι μόνο εκ των υστέρων να παρεμβαίνει στο πλαίσιο επιβολής ποινών».
Τρεις άμεσες αλλαγές για μείωση του κινδύνου
Αν μπορούσατε να προτείνετε τρεις άμεσες αλλαγές που θα μπορούσαν πραγματικά να μειώσουν τον κίνδυνο γυναικοκτονιών στην Ελλάδα, ποιες θα ήταν;
«Πρώτον, σκόπιμη κρίνεται η θέσπιση ειδικού, δεσμευτικού πρωτοκόλλου διερεύνησης των γυναικοκτονιών, με υποχρεωτική καταγραφή του έμφυλου κινήτρου, σαφή συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών και χρήση εργαλείων αξιολόγησης κινδύνου σε κάθε προηγούμενο περιστατικό βίας. Δεύτερον, απαιτείται συστηματική και διαρκής εκπαίδευση αστυνομικών, εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών, ώστε να αναγνωρίζουν έγκαιρα την κλιμάκωση της βίας και να αποφεύγεται τυχόν δευτερογενής θυματοποίηση της επιζώσας ενώπιον των αρχών. Τρίτον, χρειάζεται η ενίσχυση της δωρεάν νομικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και των δομών φιλοξενίας για την ασφαλή στέγαση των επιζωσών και των παιδιών τους. Παράλληλα, χρειάζονται σταθερές εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινού, ώστε η έμφυλη βία να αναγνωρίζεται, να μην κανονικοποιείται και να καταγγέλλεται έγκαιρα. Όλα τα παραπάνω πιστεύουμε ότι μπορούν να δράσουν προληπτικά».
Επίσημα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. για το Panic Button

Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, μας δίνει τις πληροφορίες και τα στοιχεία σχετικά με τη λειτουργία και τη χρήση της εφαρμογής Panic Button για την προστασία θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας.
«Από τα επίσημα δεδομένα προκύπτει ότι, από τις 41.517 δικαιούχους γυναίκες, έχουν εγγραφεί 13.352, γεγονός που δείχνει ότι περίπου το ένα τρίτο των δυνητικών δικαιούχων έχει ενεργοποιήσει την εφαρμογή. Η εφαρμογή του Panic Button (ΕΛΑΣ) λειτουργεί από τις 23/03/2023 αρχικά σε Αττική και Θεσσαλονίκη για γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας, ενώ από τις 10/06/2024 έχει επεκταθεί σε πανελλαδικό επίπεδο και αφορά όλα τα ενήλικα θύματα ενδοοικογενειακής βίας.
Υπάρχουν διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία που αποτυπώνουν τον αριθμό των δικαιούχων και των ατόμων που έχουν προχωρήσει στην εγκατάσταση και χρήση της εφαρμογής, καθώς και στοιχεία για τα περιστατικά ενεργοποίησής της. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας για το διάστημα 23/03/2023 έως 31/05/2026, οι γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας που είναι δικαιούχοι της εφαρμογής ανέρχονται σε 41.517, ενώ οι άνδρες δικαιούχοι σε 10.969. Από αυτούς, στην εφαρμογή έχουν εγγραφεί 13.352 γυναίκες και 1.276 άνδρες (μέσω κωδικού και συμπλήρωσης σχετικού εντύπου). Παράλληλα, έχουν καταγραφεί 2.450 αυτοματοποιημένα μηνύματα που εστάλησαν στην αρμόδια αστυνομική υπηρεσία, δηλαδή ενεργοποιήσεις του Panic Button.
Το Panic Button χαρακτηρίζεται ως ένα ιδιαίτερα χρήσιμο εργαλείο άμεσης προστασίας, καθώς επιτρέπει την ταχεία κινητοποίηση των αστυνομικών δυνάμεων σε περιστατικά υψηλού κινδύνου. Για την ΕΛ.ΑΣ., κάθε έγκαιρη επέμβαση και κάθε αποτροπή κλιμάκωσης βίας αποτελεί ουσιαστικό δείκτη αποτελεσματικότητας του μέτρου, ενώ η λειτουργία του αξιολογείται διαρκώς μέσα από την επιχειρησιακή ανατροφοδότηση των υπηρεσιών.
Οι πολίτες μπορούν να ενημερωθούν για τη διαδικασία και τη χρήση της εφαρμογής μέσω της επίσημης ιστοσελίδας της Ελληνική Αστυνομία, όπου υπάρχουν αναλυτικές οδηγίες για την καταγγελία περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας και σχετικές πληροφορίες υποστήριξης. Στην ιστοσελίδα της ελληνικής αστυνομίας βρίσκονται, μεταξύ άλλων, αναρτημένες οδηγίες για καταγγελία περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, ενώ περαιτέρω πληροφορίες δύναται να αναζητηθούν στον κάτωθι σύνδεσμο: https://www.astynomia.gr/odigos-tou-politi/chrisimes-symvoules/endooikogeneiaki-via/
Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση, την εγκατάσταση και τη λειτουργία της εφαρμογής καθορίζονται από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις».
Το Panic Button αποτελεί ένα σημαντικό εργαλείο άμεσης ειδοποίησης, χωρίς όμως να μπορεί να σταθεί ως αυτόνομη απάντηση στην έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία. Η αξία του εξαρτάται από το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται. Την ταχύτητα της ανταπόκρισης, τη λειτουργία των δομών και τη συνολική υποστήριξη που έχει στη διάθεσή της μια επιζώσα.
Η έμφυλη βία δεν αντιμετωπίζεται μέσα από μία μόνο παρέμβαση, αλλά μέσα από ένα σύνολο ενεργειών που ξεκινούν πριν την κρίσιμη στιγμή και συνεχίζονται και μετά από αυτήν. Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από το Panic Button ανοίγει, τελικά, ένα ευρύτερο ζήτημα. Το κατά πόσο το σύστημα προστασίας μπορεί να λειτουργεί έγκαιρα, συντονισμένα και με διάρκεια. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ύπαρξη εργαλείων, αλλά η αποτελεσματική σύνδεσή τους με δομές και μηχανισμούς που μπορούν να στηρίξουν ουσιαστικά τις γυναίκες στην πράξη.

