Στο τέλος του χρόνου, ο Νίκος Ανδρουλάκης θα συμπληρώνει πέντε χρόνια στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Από τον Δεκέμβριο του 2021 ηγείται ενός κόμματος που έχει σχεδόν όλο το πακέτο: ιστορία, στελέχη, προβολή, εμπειρία. Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι κόμμα διαμαρτυρίας ούτε δημιούργημα των καιρών. Διαθέτει οργανωμένους μηχανισμούς σε όλη την Ελλάδα, με έμπειρα κομματικά στελέχη και ριζωμένες σχέσεις με τις τοπικές κοινωνίες.
Εχει βουλευτές πρώτης γραμμής που έχουν διατελέσει υπουργοί και διαθέτουν πολιτική εμπειρία, έχει κοινοβουλευτική παρουσία και απεριόριστη προβολή στα μίντια. Εχει και πρόγραμμα, το οποίο, παρά τις αμφισημίες (βλ. ιδιωτικά πανεπιστήμια) και τα διφορούμενα μηνύματα, τουλάχιστον αποτελεί μια πρόταση. Από τον Ιούνιο, μάλιστα, του ’23, δηλαδή από την παραίτηση Τσίπρα και μετά, το κόμμα του οποίου ηγείται ο Νίκος Ανδρουλάκης έπαιζε μπάλα σε ένα γήπεδο όπου ο αντίπαλος (ΣΥΡΙΖΑ) έχανε τον έναν παίκτη μετά τον άλλον. Μέχρι που του ήρθε στο πιάτο ακόμα και η θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Είχε, λοιπόν, τον χρόνο και τις ευκαιρίες να απλωθεί στον πολιτικό χώρο που θεωρεί ότι εκφράζει. Τις έχασε όλες, γιατί πόνταρε στο μοναδικό στοιχείο στο οποίο δεν θα πόνταρε ποτέ ένα παραδοσιακό, συστημικό κόμμα: στον λαϊκισμό. Και τώρα που ο Αλέξης Τσίπρας, ο εκφραστής του original λαϊκισμού, επέστρεψε, το ΠΑΣΟΚ χάνει και αυτά που κέρδισε. Η δημοσκοπική πτώση είναι τόσο έντονη, που πλέον λέγονται φωναχτά όσα μέχρι πρότινος έλεγαν πίσω από κλειστές πόρτες. Ολες οι αλληλοκατηγορίες και οι εσωτερικές διαφωνίες που προϋπήρχαν είναι τώρα σε κοινή θέα.
Στις προηγούμενες εκλογές, όταν το ποσοστό που κατέγραψε το ΠΑΣΟΚ ήταν κατώτερο από αυτό που φαντάζονταν, είχε ξεκινήσει μια μεγάλη κόντρα για το ποιος φταίει για τις χαμηλές πτήσεις στην Αττική. Λες και θα μπορούσε να φταίει ένας βουλευτής για την απήχηση που έχει το ΠΑΣΟΚ στο Λεκανοπέδιο. Με την ίδια λογική, βέβαια, δεν φταίει μόνο ο αρχηγός, αν και είναι εκείνος που δίνει τον τόνο και το ύφος της αντιπολίτευσης. Μερίδιο φέρουν και όσοι συνηγορούσαν ή δεν αντιδρούσαν όταν η γραμμή του κόμματος ευθυγραμμιζόταν με τις πιο ακραίες φωνές του πολιτικού συστήματος, τότε που υιοθετούσαν όποια συνωμοσία κυκλοφορούσε, αρκεί να ήταν κατά του Μητσοτάκη.
Θεωρητικά, όταν το καράβι πάει στραβά, ο καπετάνιος πρέπει να το επαναφέρει. Για την ώρα, όσο υποχωρεί στις δημοσκοπήσεις τόσο λαϊκίζει και όσο λαϊκίζει τόσο υποχωρεί. Κάπως έτσι, κάποιοι ονειρεύονται ανταρσία και άλλοι να το εγκαταλείψουν.