Ήταν Τρίτη, 20 Ιουνίου 1978, στις 23:04 ακριβώς -ώρα που «πάγωσε» για πάντα στο ρολόι της στοάς Φράγκων- όταν η γη συγκλονίστηκε από τη σφοδρή δόνηση διάρκειας 15 δευτερολέπτων, η οποία έγινε αισθητή σε ολόκληρη τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Κεντρική Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Όπως αποτυπώνεται και στα ιστορικά στοιχεία, το επίκεντρο εντοπίστηκε στη Μυγδονία λεκάνη, 30 χιλιόμετρα ανατολικά-βορειοανατολικά της Θεσσαλονίκης, με εστιακό βάθος μόλις 6-10 χιλιομέτρων, γεγονός που εξηγεί τη μεγάλη καταστροφή.

Η σεισμική ακολουθία είχε αρχίσει μήνες πριν, με έντονη προσεισμική δραστηριότητα από τον Ιανουάριο, η οποία κορυφώθηκε με έναν ισχυρό προσεισμό 5,8 Ρίχτερ στις 24 Μαΐου. Ο κύριος σεισμός άφησε πίσω του 49 νεκρούς, εκ των οποίων οι 37 έχασαν τη ζωή τους στην οκταώροφη πολυκατοικία της πλατείας Ιπποδρομίου που κατέρρευσε ολοσχερώς, καθώς και 220 τραυματίες. Παράλληλα, χιλιάδες άνθρωποι έμειναν άστεγοι για εβδομάδες, μετατρέποντας πάρκα, υπαίθριους χώρους και την πλατεία Χημείου του ΑΠΘ σε αυτοσχέδιες κατασκηνώσεις σεισμοπαθών, με τη συνδρομή του Στρατού και εθελοντών. Οι τεχνικοί έλεγχοι κατέγραψαν σοβαρές ζημιές στους νομούς Θεσσαλονίκης, Κιλκίς, Σερρών και Χαλκιδικής, χαρακτηρίζοντας 3.170 κτίρια «κόκκινα» και 13.918 «κίτρινα», με το συνολικό εκτιμώμενο κόστος να αγγίζει τα 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ!

Το συγκεκριμένο φαινόμενο μελετήθηκε περισσότερο από κάθε άλλο στον ελληνικό χώρο και οδήγησε στην ίδρυση σύγχρονου Σεισμολογικού Δικτύου και του Ι.Τ.Σ.Α.Κ., στην προώθηση νέου Αντισεισμικού Κανονισμού, καθώς και στην ανάπτυξη νέων επιστημονικών κλάδων όπως η Νεοτεκτονική και η Παλαιοσεισμολογία.

«Ο σεισμός της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε σταθμό για την επιστημονική έρευνα και την αντισεισμική πολιτική της χώρας. Ήταν ο πρώτος μεγάλος σεισμός που έπληξε μια σύγχρονη ελληνική μεγαλούπολη, αφήνοντας βαθύ αποτύπωμα στις υποδομές, στην οικονομία, στο πανεπιστήμιο και στη συλλογική μνήμη», αναφέρει ο ομότιμος καθηγητής γεωλογίας των σεισμών του ΑΠΘ, Σπύρος Παυλίδης, με αφορμή τη μαύρη επέτειο. Θέλοντας να υπογραμμίσει τα διαχρονικά διδάγματα της φύσης, συμπλήρωσε με νόημα: «Οι σεισμοί παραμένουν η πιο απρόβλεπτη και καταστροφική φυσική διεργασία. Αποκαλύπτουν αδυναμίες, δοκιμάζουν αντοχές και υπενθυμίζουν ότι ο σχεδιασμός των πόλεων είναι μια συνεχής και απαιτητική διαδικασία», κλείνοντας την παρέμβασή του με την αρχαία σπαρτιατική ευχή για μια «γην άσειστον».