Η θερινή περίοδος έχει ξεκινήσει για τα καλά και ο καιρός προσφέρεται για τις πρώτες δροσερές βουτιές. Οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν και οι παραλίες αναμένουν τον κόσμο για λίγες στιγμές δροσιάς. Το τελευταίο διάστημα ωστόσο έχει ανοίξει η συζήτηση για το πόσο ασφαλείς είναι οι ελληνικές θάλασσες καθώς… απρόσκλητοι επισκέπτες πλησιάζουν στις ακτές δημιουργώντας ένα αίσθημα φόβου στους λουόμενους.
Οι λαγοκέφαλοι εξαπλώνονται και καταγράφονται σε περιοχές όπως ο Σαρωνικός, οι θεάσεις καρχαριών κοντά σε παράκτιες ζώνες έχουν αυξηθεί ενώ οι μωβ μέδουσες, έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται σε περιοχές υψηλής τουριστικής και κολυμβητικής κίνησης. Κι όμως δεν είναι το… σενάριο μιας ταινίας τρόμου, ούτε πρόκειται για υπερβολή των social media. Αλλά είναι η πραγματική εικόνα μιας Μεσογείου που αλλάζει λόγω των θερμότερων θαλασσών, της υπεραλίευσης, των διαταραγμένων οικοσυστημάτων και των ανθρώπινων παρεμβάσεων.
Η νέα εικόνα των ελληνικών θαλασσών
Οι αυξημένες εμφανίσεις μεδουσών σε αρκετές περιοχές της χώρας, οι καταγραφές καρχαριών κοντά σε ακτές αλλά και η συνεχής άφιξη λαγοκέφαλων έχουν επαναφέρει τη συζήτηση για τις αλλαγές που συντελούνται στις ελληνικές θάλασσες.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον καθηγητή Δρόσο Κουτσούμπα πίσω από τις εικόνες που συχνά προκαλούν ανησυχία κρύβεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα, η οποία σχετίζεται με την κατάσταση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και τη διαχείριση των φυσικών πόρων.
Ο καθηγητής Θαλάσσιας Βιολογίας στο Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Δρόσος Κουτσούμπας μιλώντας στο ΕΤ Magazine του EleftherosTypos.gr εξήγησε ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο που συνδέεται κυρίως με τα θαλάσσια ρεύματα και τις καιρικές συνθήκες ενώ εμφανίστηκε καθησυχαστικός τόσο για τις μέδουσες όσο και για τους καρχαρίες, υπογραμμίζοντας ότι η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θάλασσες παραμένει η υπεραλίευση.
Αυξήθηκαν οι καρχαρίες στην Ελλάδα;
Το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει συχνές οι εμφανίσεις καρχαριών, τουλάχιστον έτσι όπως αποτυπώνεται στα social media από πολίτες που μοιράζονται τις «συναντήσεις» τους. Υπάρχει όμως όντως αύξηση των καρχαριών στην Ελλάδα και που οφείλεται αυτό; « Δεν φαίνεται να υπάρχει αύξηση των καρχαριών στην Ελλάδα, καθώς κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται από τα επιστημονικά δεδομένα που συλλέγονται από τους Ερευνητές που ασχολούνται με το συγκεκριμένο θέμα και υλοποιούν Προγράμματα Παρακολούθησης του Θαλάσσιου Βιόκοσμου στις Ελληνικές Θάλάσσες (π.χ. Πρόγραμμα MEDITS, Εθνικό Πρόγραμμα Αλιείας). Φυσικά λόγω ακριβώς της εντονότερης ερευνητικής προσπάθειας που καταβάλλεται την τελευταία εικοσαετία υπάρχουν πολύ περισσότερες πληροφορίες για την εξάπλωση και γεωγραφική κατανομή των ειδών καθώς και την κατάσταση των πληθυσμών των ειδών αυτών» εξήγησε σχετικά ο Δρόσος Κουτσούμπας.
Ωστόσο, σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της αίσθησης ότι αυξάνονται οι καρχαρίες, παίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς πλέον οι πολίτες καταγράφουν βίντεο και τα διαμοιράζουν στο διαδίκτυο, κάτι που στο παρελθόν δεν συνέβαινε. Όπως τόνισε σχετικά ο καθηγητής: «Αυτό που συμβαίνει το τελευταίο διάστημα, τουλάχιστον έτσι όπως αποτυπώνεται στα social media, δηλαδή να καταγράφονται πιο συχνές οι εμφανίσεις καρχαριών σε διάφορες περιοχές της χώρας, σχετίζεται με το ότι ολοένα και περισσότεροι πολίτες μοιράζονται τις «συναντήσεις» τους με μεγάλα ζώα της θάλασσας (π.χ. Καρχαρίες, Θαλάσσιες Χελώνες Caretta caretta. Μεσογειακή Φώκια Monachus monachus) και την καταγραφή και αποτύπωση από Κινητά και Κάμερες του σχετικού υλικού (Φωτογραφίες και Βίντεο). Δηλαδή πλέον οι πολίτες καταγράφουν βίντεο και φωτογραφίες από θαλάσσιους οργανισμούς και διαμοιράζουν το υλικό αυτό στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάτι που δεν συνέβαινε στο παρελθόν, και έτσι ως συνολικό αποτέλεσμα έχουμε μεγαλύτερο αριθμό αναφορών για τα ζώα αυτά.

Ποια είδη καρχαριών εμφανίζονται εντοπίζονται στην Ελλάδα
Στις ελληνικές θάλασσες έχουν καταγραφεί από τους επιστήμονες διάφορα είδη Χονδριχθύων, όπου περιλαμβάνονται και οι Καρχαρίες και τα Σκυλόψαρα. Σε μια σχετικά πρόσφατη (2022) επιστημονική δημοσίευση, υπό τον τίτλο ‘An Updated Greek National Checklist of Chondrichthyans’, αποτυπώνεται ο Κατάλογος των Ειδών Χονδριχθύων και στον οποίο περιλαμβάνονται 36 είδη Καρχαριών. Οι περισσότερες καταγραφές ειδών προέρχονται από το Αιγαίο Πέλαγος και ακολουθούν το Ιόνιο και η Κρήτη. Γενικά τα είδη των Καρχαριών που εξαπλώνονται στις ελληνικές θάλασσες, σύμφωνα με τον καθηγητή, ζουν στα ανοικτά πελάγη και μόνον την περίοδο της αναπαραγωγής τους – κυρίως τέλος Άνοιξης, αρχές καλοκαιριού – μπορεί να συναντήσουμε – κυρίως νεαρά άτομα – κοντά στις ακτές σε παράκτια θαλάσσια οικοσυστήματα. Αυτοί οι παράκτιοι θαλάσσιοι βιότοποι αποτελούν ‘νηπιοτροφεία’ ψαριών και άλλων θαλάσσιων οργανισμών καθώς εδώ υπάρχει διαθεσιμότητα τροφής και έτσι εδώ τα νεαρά άτομα μεγαλώνουν γρήγορα και στη συνέχεια μεταναστεύουν προς την Ωκεάνια ζώνη που είναι και ο φυσικός βιότοπος για τα ενήλικα άτομα.
Η αλήθεια για τους καρχαρίες
Τα περισσότερα από τα είδη που έχουν καταγραφεί στις ελληνικές θάλασσες, όπως τονίζει ο Δρόσος Κουτσούμπας, είναι είδη που δεν είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο και γενικά δεν έχουν καταγραφεί παρά ελάχιστα περιστατικά επιθέσεων στην χώρα μας από καρχαρίες (τελευταία επιβεβαιωμένη καταγραμμένη επίθεση ήταν πριν από περισσότερα από 60 χρόνια). Αντίθετα, πολλά είδη Καρχαριών (όπως ο Ρυγχοκαρχαρίας, ο Ταυροκαρχαρίας, ο Γλαυκοκαρχαρίας ή Γαλάζιος Καρχαρίας, η Λάμια, κ.α) περιλαμβάνονται πλέον στον Κόκκινο Κατάλογο με τα Κινδυνεύοντα προς Εξαφάνιση είδη της International Union for Conservation of Nature (IUCN), αλλά και στον Κόκκινο Κατάλογο Ειδών της Ελλάδας (https://redlist.necca.gov.gr/), λόγω της δραματικής μείωσης των πληθυσμών τους, κυρίως εξαιτίας της υπεραλίευσης.

Οι περιοχές όπου παρατηρούνται συχνότερα καρχαρίες
Με βάση τις πρόσφατες καταγραφές και τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών, εμφανίσεις καρχαριών έχουν σημειωθεί σχεδόν σε όλες τις θαλάσσιες περιοχές της χώρας. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες ζώνες όπου η παρουσία τους καταγράφεται συχνότερα.
Αυξημένη δραστηριότητα έχει παρατηρηθεί:
- στο Ιόνιο Πέλαγος,
- στον Σαρωνικό Κόλπο,
- στον Παγασητικό Κόλπο,
- στη Χαλκιδική,
- στα Δωδεκάνησα,
- και στις θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης.

Δείτε τον χάρτη με τις καταγεγραμμένες θεάσεις καρχαριοειδών:

Σε έξαρση οι μέδουσες στις ελληνικές θάλασσες
Την εμφάνισή τους στις ελληνικές ακτές έκαναν επίσης και φέτος οι μέδουσες, με εκατοντάδες λουόμενους να έρχονται αντιμέτωποι με διάφορα είδη ανά περιοχή. Ωστόσο, το χρονικό σημείο της εμφάνισής τους, προκαλεί προβληματισμό στις Αρχές και τους πολίτες, καθώς βρισκόμαστε μόλις στην έναρξη της θερινής περιόδου.
Συγκεκριμένα, οι μέδουσες έχουν προκαλέσει «πονοκέφαλο» στους κατοίκους των περιοχών του Ευβοϊκού Κόλπου, με τις καταγραφές από περιοχές από το λιμάνι της Αρκίτσας, ο Άγιος Νικόλαος Αιδηψού, τα Κανατάδικα Ιστιαίας, η παραλία Πευκί, αλλά και ακτές της Χαλκίδας.
«Η Μώβ μέδουσα (Pelagia noctiluca) είναι ένα κοσμοπολίτικο είδος ζωοπλαγκτού αφού συναντάται σχεδόν σε όλες τις θάλασσες του πλανήτη και η παρουσία του είναι συνήθης και στις ελληνικές θάλασσες, μαζί με άλλα είδη Μεδουσών όπως π.χ. η Καφέ μέδουσα (Chrysaora hysoscella), η Ροζ μέδουσα (Aurelia aurita), η Γαλάζια μέδουσα (Rhizostomia pulmo). Όλα τα είδη των Μεδουσών έχουν πολύ μικρό κύκλο ζωής και η εμφάνισή τους στο θαλάσσιο περιβάλλον (συνήθως τέλος Άνοιξης – αρχές Καλοκαιριού) ακολουθεί μια περίοδο όπου έχουν υπάρξει πληθυσμιακές εξάρσεις του φυτοπλαγκτού που αποτελεί και την τροφή του ζωοπλαγκτού» υπογραμμίζει ο Δρόσος Κουτσούμπας. Και προσθέτει: «Η Μώβ μέδουσα περιοδικά, συνήθως ανά επταετία ή ανά δεκαετία, παρουσιάζει μία πληθυσμιακή έξαρση η οποία είναι περισσότερο εμφανής συνήθως σε παράκτιες περιοχές, και ιδιαίτερα σε ημίκλειστους κόλπους της χώρας (π.χ. Ευβοϊκός, Παγασητικός, Θερμαϊκός, Κορινθιακός) όπου οι συνθήκες υδροδυναμισμού και η σχετικά αργότερη ανανέωση των νερών με τα θαλάσσια ρεύματα από το ανοικτό πέλαγος ‘εγκλωβίζουν’ τις μέδουσες και έτσι αυτές παρατηρούνται για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα σε σύγκριση με τις ωκεάνιες περιοχές».

Αναφορικά με την έξαρση που παρατηρείται ο καθηγητής υποστηρίζει πως η πληθυσμιακή έκρηξη που τοπικά μπορεί να εμφανιστεί σε κάποιες χρονικές περιόδους (εντονότερη δυναμική και πιο συχνή εμφάνιση τα τελευταία χρόνια) μπορεί να σχετίζεται, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, και με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής καθώς η αύξηση της θερμοκρασίας των νερών τα τελευταία χρόνια (περισσότερο από 1.5ο C την τελευταία εικοσιπενταετία στη Μεσόγειο) μπορεί να επηρεάσει την θερμόαλη κυκλοφορία της θάλασσας και έτσι να τροποποιήσει τη μεταφορά ρευμάτων επηρεάζοντας την μετακίνηση των μεδουσών (τα είδη αυτά έχουν παθητική μετακίνηση μέσω των ρευμάτων).
Πόσο επικίνδυνες είναι για τους πολίτες οι μέδουσες
Η Μώβ μέδουσα, όπως και άλλα είδη Μεδουσών, λόγω της ύπαρξης κνιδοκυττάρων στο σώμα της (και στις κεραίες της) αποτελεί τοξικό είδος, όμως δεν προκαλούνται σημαντικά προβλήματα στην ανθρώπινη υγεία από το τσίμπημά της και σε καμία περίπτωση αυτό δεν οδηγεί στο θάνατο (όπως συμβαίνει με κάποια είδη Μεδουσών σε Τροπικές θάλασσες). Η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων μετά από μια επαφή με το συγκεκριμένο είδος θα εμφανίσει έναν κνησμό και ένα κοκκίνισμα στην επιδερμίδα, στο σημείο που έγινε η επαφή (η απομάκρυνση των νηματοκυστών από τα κνιδοκύτταρα από το δέρμα πρέπει να γίνεται με μια πλαστική κάρτα σαν κι αυτές που χρησιμοποιούμε στα ΑΤΜ και ξέπλυμα με θαλασσινό νερό). Τα αλλεργικά άτομα μπορεί να παρουσιάσουν φουσκάλες και ιδιαίτερη όχληση από την επαφή με την μέδουσα και θα πρέπει να επισκεφτούν ένα γιατρό. Η καλύτερη αντιμετώπιση του φαινομένου παρουσίας μεδουσών σε μια περιοχή είναι η πρόληψη δηλαδή όταν υπάρχουν μέδουσες εκεί που κολυμπάμε, είναι καλό να προσέχουμε ώστε να μην έλθουμε σε επαφή και μέχρι εκεί, ακόμη καλύτερα και ασφαλέστερα διαλέγουμε μια παραλία όπου δεν υπάρχουν μέδουσες για να κάνουμε το μπάνιο μας, εξηγεί ο Δρόσος Κουτσούμπας.

Δείτε ΕΔΩ το χάρτη που εντοπίζονται οι μωβ μέδουσες
Η «εισβολή» λαγοκέφαλων στην Ελλάδα
Τα προηγούμενα χρόνια τους συναντούσαμε μόνο στις θάλασσες της Κρήτης ή των Δωδεκανήσων. Φέτος οι λαγοκέφαλοι έχουν φτάσει μέχρι τον Νότιο Ευβοϊκό με την παρουσία τους να επιβεβαιώνεται από λουόμενους σε παραλίες της Αττικής, από την Παλαιά Φώκαια και τη Σαρωνίδα έως τη Βάρκιζα. Την ίδια στιγμή, επιστήμονες εντοπίζουν το είδος και στον Νότιο Ευβοϊκό, σε περιοχές όπως το Μπούρτζι, το Λευκαντί και η Ερέτρια, επιβεβαιώνοντας ότι η εξάπλωσή του συνεχίζεται προς νέες θαλάσσιες ζώνες.
Τι είναι όμως ο λαγοκέφαλος; «Ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) είναι ένα ξενικό είδος ψαριού το οποίο έχει εισέλθει στη Μεσόγειο από τις θερμές θάλασσες στην περιοχή του Ειρηνικού Ωκεανού μέσω της διώρυγας του Σουέζ, ήδη από τις αρχές του 2000, ενώ οι καταγραφές στον ελλαδικό χώρο ξεκινούν από το 2005. Το είδος εμφανίστηκε αρχικά στην Θάλασσα της Λεβαντίνης στην περιοχή του Ισραήλ και στη συνέχεια άρχισε η εξάπλωσή του σε βορειότερα σημεία της Μεσογείου συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών θαλασσών» αναφέρει καθηγητής και προσθέτει: «Ο λαγοκέφαλος είναι ένα είδος από τα πολλά ξενικά είδη – βιολογικούς εισβολείς ή αλλόχθονα είδη τα οποία έχουν αρχίσει να εμφανίζονται στη Μεσόγειο με εκθετικό ρυθμό τα τελευταία χρόνια (έχουν καταγραφεί περισσότερα από 1000 είδη-βιολογικοί εισβολείς) αλλάζοντας σε σημαντικό βαθμό το βιογεωγραφικό προφίλ του θαλάσσιου βιόκοσμου ιδιαίτερα στην Ανατολική Μεσόγειο και την Λεβαντίνη».

Στο ερώτημα γιατί αυξήθηκαν οι λαγοκέφαλοι στη χώρα μας, ο Δρόμος Κουτσούμπας εξηγεί: «Η εμφάνιση των ειδών αυτών με εκθετικό ρυθμό στη Μεσόγειο φαίνεται να σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή και συγκεκριμένα με την αύξηση της θερμοκρασίας στα νερά της Μεσογείου, γεγονός που οδηγεί σταδιακά στην μετατροπή της Μεσογείου σε μια «τροπική» θάλασσα. Παλαιότερα, η εξάπλωση του Λαγοκέφαλου, όπως και πολλών άλλων ξενικών ειδών, στις ελληνικές θάλασσες περιοριζόταν κυρίως στο Ν. Αιγαίο και στα Δωδεκάνησα και την Κρήτη, ενώ οι χαμηλότερες θερμοκρασίες στο Β. Αιγαίο δρούσαν ως ένα «θερμοκρασιακό φράγμα» που εμπόδιζε την εξάπλωση του είδους προς τα βορειότερα σημεία των ελληνικών θαλασσών, κάτι που σήμερα δεν ισχύει καθώς η αυξημένη θερμοκρασία των νερών έχει οδηγήσει στην εξάπλωση του είδους σε όλες σχεδόν τις ελληνικές θάλασσες. Η αύξηση των πληθυσμών του λαγοκέφαλου φαίνεται να σχετίζεται και με φαινόμενα υπεραλίευσης στις που έχει οδηγήσει στην δραματική μείωση των μεγάλων θηρευτών – ψαριών».
Οι φόβοι για τον άνθρωπο και οι επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα
Αυτό ωστόσο που πρέπει να γνωρίζει ο κόσμος, σύμφωνα με τον Δρόσο Κουτσούμπα, είναι ότι ο λαγοκέφαλος περιέχει στα εσωτερικά του όργανα μια πολύ ισχυρή τοξίνη (τετραδοτοξίνη) και δεν θα πρέπει να καταναλώνεται, καθώς η κατανάλωσή του μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο. Στην περιοχή της Μεσογείου έχουν καταγραφεί κάποια μεμονωμένα περιστατικά θανάτου σε περιπτώσεις κατανάλωσης του ψαριού όπου δεν είχε γίνει ο σωστός καθαρισμός. Θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από απλή επαφή με τον λαγοκέφαλο ή δάγκωμα, καθώς όπως προαναφέρθηκε η τοξίνη βρίσκεται στα εσωτερικά όργανα. Κάποια τυχόν περιστατικά δαγκωμάτων από λαγοκέφαλο που έχουν αναφερθεί σε κάποια σημεία σε παραλίες στις ελληνικές θάλασσες φαίνεται να συσχετίζεται με την παροχή τροφής από τον άνθρωπο προς τα ψάρια (έχει καταγραφεί ως φαινόμενο και σε άλλα θαλάσσια έμβια όντα – π.χ. θαλάσσιες Χελώνες Caretta caretta), γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση σε ρηχότερα νερά εκεί όπου υπάρχουν και κολυμβητές. Η παρουσία βιολογικών εισβολέων – αλλόχθονων ειδών στη Μεσόγειο και στις ελληνικές θάλασσες έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην βιοποικιλότητα καθώς ο ανταγωνισμός οδηγεί σε μείωση των πληθυσμών των ‘αυτόχθονων’ ειδών, ενώ σημαντικές είναι οι επιπτώσεις σε συγκεκριμένα είδη οικοτόπων, όπως για παράδειγμα τους υφάλους, όπου η αύξηση των βοσκητών – αλλόχθονων ειδών έχει οδηγήσει σε σημαντική υποβάθμιση της φυτικής κάλυψης και μείωση της ποικιλότητας ειδών στις Βιοκοινότητες που ζουν εδώ.

Ήρθε για να μείνει
Πάντως τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πως ο λαγοκέφαλος δεν πρόκειται να φύγει από τις ελληνικές θάλασσες σύντομα. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό Geosciences, οι περιβαλλοντικές συνθήκες σε πολλές ελληνικές θαλάσσιες περιοχές θα συνεχίσουν να ευνοούν την παρουσία και την εξάπλωση του είδους τουλάχιστον έως το 2035. «Αυτό σημαίνει ότι η σημερινή εξάπλωση δεν αποτελεί μια παροδική έξαρση, αλλά μέρος μιας μακροχρόνιας οικολογικής αναδιάρθρωσης της Μεσογείου, η οποία απαιτεί συνεχή παρακολούθηση και έγκαιρη διαχείριση και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις».
*O Δρόσος Κουτσούμπας είναι Καθηγητής Θαλάσσιας Βιολογίας στο Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών (http://www.mar.aegean.gr), του Πανεπιστημίου Αιγαίου από το 2000 (Πρόεδρος του Τμήματος: 2013-2017, 2020-σήμερα). Έχει Πτυχίο Βιολογίας (1985) και Διδακτορικό στη Θαλάσσια Βιολογία (1992) από το Α.Π.Θ. Έχει εργαστεί ως Επιστημονικός Συνεργάτης στο Τμήμα Βιολογίας του Α.Π.Θ. (1986-1994) και ως Ερευνητής στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης (1994-1999). Διδάσκει επί σειρά ετών Προπτυχιακά και Μεταπτυχιακά Μαθήματα με αντικείμενο την Θαλάσσια Βιολογία και Οικολογία, την Θαλάσσια Βιοποικιλότητα, την Βιολογία Διατήρησης σε Θαλάσσιες Προστατευόμενες Περιοχές (Θ.Π.Π.) και τα Παράκτια και Μεταβατικά Οικοσυστήματα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου (1999-σήμερα) και στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (1996-1998). Το δημοσιευμένο Ερευνητικό του έργο, που περιλαμβάνει περισσότερες από 250 Επιστημονικές Εργασίες (> 100 από αυτές σε Διεθνή Επιστημονικά Περιοδικά και Βιβλία με Κριτές) και ο αριθμός των Αναφορών για τις Δημοσιεύσεις σε Διεθνή Επιστημονικά Περιοδικά με κριτές ξεπερνά τις 2600 (Πηγή SCOPUS/ h-index: 30), και αν συμπεριληφθούν και οι Αναφορές για όλες τις Δημοσιεύσεις ξεπερνά τις 4250 (Πηγή GOOGLE SCHOLAR/ h-index: 37). Το επιστημονικό του έργο επικεντρώνεται στη Δομή και Δυναμική Βενθικών Βιοκοινοτήτων, την Εκτίμηση της Οικολογικής Κατάστασης σε Θαλάσσια Οικοσυστήματα, την Προστασία και Διαχείριση πληθυσμών Απειλούμενων Ειδών και Οικοτόπων Προτεραιότητας σε Θαλάσσιες Προστατευόμενες Περιοχές (Θ.Π.Π.), και την Αλιευτική Βιολογία Θαλάσσιων Ασπόνδυλων με εμπορικό ενδιαφέρον στις Ελληνικές θάλασσες και την Μεσόγειο. Έχει συμμετάσχει ή διευθύνει μεγάλο αριθμό Ευρωπαϊκών και Εθνικών Ερευνητικών Προγραμμάτων (π.χ. MAST & MTP, FAIR, LIFE-NATURE, CFP-STUDIES , INTERREG III, 5th, 6th and 7th EU FP, ERA-NET Seas-Eras, INTERREG Med and EUROPEAN REGIONAL DEVELOPMENT FUND – ERDF), συνεργαζόμενος με πλειάδα Διεθνών και Εθνικών Ερευνητικών Κέντρων και Ακαδημαϊκών Ιδρυμάτων. Έχει διατελέσει Πρόεδρος του Φ.Δ. του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου (2010-2022) και από το 2010 είναι Μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Δικτύου Θ.Π.Π. της Μεσογείου MedPAN (www.medpan.org) ως Εθνικός Εκπρόσωπος.

