Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης έπαιξε ένας μάρτυρας, ο οποίος αναγνώρισε τον καταζητούμενο παρακολουθώντας την εκπομπή της Αγγελικής Νικολούλη στις 9 Φεβρουαρίου 2024, όταν προβλήθηκε σχετικό αφιέρωμα με τις εκκλήσεις της οικογένειας του θύματος. Παρά τις πληροφορίες που διέθετε, παρέμεινε σιωπηλός για περίπου έναν χρόνο, καθώς φοβόταν να μιλήσει.
Τελικά, αποφάσισε να επικοινωνήσει με την εκπομπή, αφήνοντας το πρώτο κρίσιμο μήνυμα στον τηλεφωνητή: «Ονομάζομαι … και έχω πολύ σημαντικές πληροφορίες για έναν άνθρωπο που είναι δολοφόνος. Τον λένε Δαλαμάγκα…». Αυτό το τηλεφώνημα αποδείχθηκε η αρχή των εξελίξεων που οδήγησαν στην αποκάλυψη της ταυτότητας και του τόπου διαμονής του φυγόδικου.
Σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο μάρτυρας στην αποκλειστική του συνέντευξη στην κάμερα, ο καταζητούμενος φέρεται να είχε καταφέρει να ενσωματωθεί πλήρως στην τοπική κοινωνία της Αχαΐας, ζώντας για χρόνια με το όνομα «Αντώνης». Όπως ανέφερε, είχε δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα και κυκλοφορούσε κανονικά ανάμεσα στους κατοίκους χωρίς να κινεί υποψίες.
«Είναι σε ένα χωριό που λέγεται Άλσος, κοντά στα Σελιανίτικα Αιγίου, σε μια μικρή περιοχή με πέντε – έξι σπίτια. Απέναντι από το σπίτι του υπάρχει ελαιοτριβείο. Εκεί ζει χρόνια», περιέγραψε ο μάρτυρας.
Από τον καταζητούμενο του Σίδνεϊ στον «Αντώνη» της Αχαΐας
Ο Δαλαμάγκας είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην περιοχή, έχοντας αποκτήσει εκτάσεις γύρω στο 2007 και ένα αγροτικό όχημα. Ζούσε από τις ελιές και την καλλιέργεια κτημάτων, έχοντας χτίσει μια νέα καθημερινότητα στην ύπαιθρο. Στο παρελθόν είχε εργαστεί ως λογιστής σε επιχειρήσεις εστίασης στην Αθήνα, όπου το 2004 γνώρισε τη γυναίκα με την οποία αργότερα έζησε μαζί. Ακόμη και συγγενικά του πρόσωπα, όταν τον επισκέπτονταν, χρησιμοποιούσαν το ψεύτικο όνομα με το οποίο ήταν γνωστός στην περιοχή.
Ο πατέρας του κατάγεται από τον Γοργόμυλο Πρέβεζας και η μητέρα του από το Αίγιο. Όπως υποστηρίζει ο μάρτυρας, στην περιοχή της Πρέβεζας υπήρχαν άτομα που γνώριζαν την πραγματική του ταυτότητα, αλλά δεν την αποκάλυπταν λόγω οικογενειακών δεσμών.
Η κατοικία του στην περιοχή του Αιγίου είχε διαμορφωθεί έτσι ώστε να μοιάζει με «φρούριο». Ο «Αντώνης» είχε στον χώρο περίπου εξήντα σκυλιά, κυρίως πιτ μπουλ, τα οποία λειτουργούσαν αποτρεπτικά για οποιονδήποτε πλησίαζε.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης, σύμφωνα με την καταγγελία, ότι είχε νοσηλευτεί στο νοσοκομείο «Γεννηματάς» για σοβαρό πρόβλημα υγείας, υποβαλλόμενος σε θεραπείες και χειρουργική επέμβαση στον λαιμό, χωρίς να αποκαλυφθεί η πραγματική του ταυτότητα ή τα στοιχεία με τα οποία είχε εισαχθεί.
Η «κυνική» παραδοχή για τη δολοφονία στο Σίδνεϊ
Η στιγμή που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ποιος πραγματικά ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε επί δεκαετίες τον συγκλόνισε. Μετά την προβολή της εκπομπής, τον ήρθε αντιμέτωπο και τον ρώτησε ευθέως αν είχε δει τον εαυτό του στην τηλεόραση. Ο Δαλαμάγκα δεν αρνήθηκε τίποτα και, σύμφωνα με τη μαρτυρία, αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα, περιγράφοντας με ψυχραιμία τα γεγονότα της δολοφονίας το 1999.
Όπως φέρεται να ισχυρίστηκε, όλα ξεκίνησαν μέσα σε κατάστημα στο Σίδνεϊ, όταν ο Γιώργος Γιαννόπουλος του πρόσφερε ένα ποτήρι ουίσκι. Εκείνος αρνήθηκε να το πιει, θεωρώντας ύποπτο ότι το μπουκάλι ήταν ήδη ανοιχτό, γεγονός που οδήγησε σε έντονη λογομαχία. Ο καβγάς μεταφέρθηκε στην κουζίνα του καταστήματος, όπου οι δύο άνδρες ήρθαν στα χέρια. Εκεί, ο Δαλαμάγκα φέρεται να άρπαξε μαχαίρι και να τραυμάτισε θανάσιμα τον ομογενή. Μετά από αυτή την ομολογία, ο μάρτυρας έκοψε κάθε επαφή μαζί του και τον μπλόκαρε.
Η έρευνα και η διεθνής κινητοποίηση
Η υπόθεση πήρε νέα τροπή την άνοιξη του 2025. Στις 19 Μαΐου, ο μάρτυρας επικοινώνησε με την εκπομπή «Φως στο Τούνελ», εκφράζοντας έντονο φόβο και ζητώντας πληροφορίες για την επικήρυξη των 200.000 δολαρίων. Παράλληλα, ζήτησε να μιλήσει αποκλειστικά με τις αυστραλιανές Αρχές και να διασφαλιστεί η προστασία του.
Από τις 20 Μαΐου, η εκπομπή άνοιξε δίαυλο επικοινωνίας με την Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Αυστραλίας. Οι Αρχές ανταποκρίθηκαν άμεσα, χαρακτηρίζοντας τα στοιχεία ιδιαίτερα σημαντικά και συγκροτώντας ειδική ομάδα έρευνας. Στις 10 Ιουνίου, ο μάρτυρας κατέθεσε επίσημα, ενώ την επόμενη ημέρα οι πληροφορίες διαβιβάστηκαν με τη συγκατάθεσή του στην Αυστραλία. Ακολούθησαν συναντήσεις με ξένους αξιωματικούς και συνεχής επικοινωνία μέσω Ιντερπόλ, μέχρι τον εντοπισμό του καταζητούμενου.
Η αντίδραση της οικογένειας
Στο Σίδνεϊ, η οικογένεια του Γιώργου Γιαννόπουλου έμαθε την είδηση έπειτα από 27 χρόνια αναμονής. Η αδελφή του, Τούλα, μιλώντας δημόσια, εξέφρασε τη συγκίνησή της και ευχαρίστησε όσους συνέβαλαν στην εξέλιξη της υπόθεσης.
«Ο πατέρας μου αντέδρασε ψύχραιμα, καθώς είναι ήρεμος άνθρωπος, ενώ η μητέρα μου βίωσε έντονη συγκίνηση — κουβαλούσε αυτόν τον πόνο για τόσα χρόνια και η αντίδρασή της ήταν βαθιά συναισθηματική», δήλωσε.
Η οικογένεια ζητά πλέον την ολοκλήρωση των διαδικασιών έκδοσης του Τζέιμς Δαλαμάγκα στην Αυστραλία, ώστε να δικαστεί εκεί όπου διαπράχθηκε το έγκλημα, θεωρώντας ότι έτσι κλείνει ένας μακρύς και επώδυνος κύκλος.

