
Η ιατροδικαστική έκθεση που αναδεικνύει την ένταση και τη βιαιότητα των θανάσιμων χτυπημάτων, αποκαλύπτει την κορυφή ενός παγόβουνου που εδώ και χρόνια σχηματίζεται αθόρυβα κάτω από το παγερά αδιάφορο βλέμμα της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που έχει απωλέσει τα σταθερά της στηρίγματα, έχει απαξιώσει κάθε ιδανικό και έχει εγκαταλείψει τους νέους στην αφόρητη ψυχική μοναξιά τους. Ο θυμός και η βία είναι οι καρποί που θερίζει μια κοινωνία που συστηματικά παραμελεί τη ψυχική υγεία, αδιαφορεί για τον Άνθρωπο και επενδύει μανιωδώς στη δημιουργία παντοδύναμων και εγωκεντρικών προτύπων.
Ας δούμε τα στατιστικά που αποδεικνύουν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO, 2023), περίπου 193.000 νέοι ηλικίας 15‑29 ετών χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο από ανθρωποκτονίες, καθιστώντας τη βία μία από τις κύριες αιτίες θανάτου σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα. Παράλληλα, στην Ελλάδα, η Ελληνική Αστυνομία αναφέρει ότι πάνω από 10.700 ανήλικοι εμπλέκονται σε παραβατικές συμπεριφορές ετησίως, με το 26% να ξεκινούν πριν από τα 14 τους χρόνια, και πολλά περιστατικά να αφορούν σοβαρές πράξεις όπως κλοπές, ληστείες και παραβάσεις νόμων περί ναρκωτικών (ΕΛ.ΑΣ., 2023). Με βάση στοιχεία της τελευταίας τριετίας, οι υποθέσεις παραβατικότητας ανηλίκων στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί περίπου κατά 60%, αποδεικνύοντας ότι το φαινόμενο δεν είναι συγκυριακό.
Το οικογενειακό ιστορικό του 16χρονου είναι αρκετά επιβαρυμένο. Ο πατέρας του έχει πεθάνει και η μητέρα του είναι χρήστης ουσιών. Συνεπώς, το οικογενειακό του περιβάλλον είναι ιδιαίτερα γόνιμο για την ανάπτυξη ψυχικής αστάθειας, συναισθηματικής αποστέρησης και αδυναμίας διαχείρισης θυμού. Η έλλειψη σταθερών δεσμών και υποστηρικτικών προτύπων δεν αφήνει χώρο για την ανάπτυξη ενσυναίσθησης, αυτοελέγχου ή ψυχολογικής ανθεκτικότητας. Ένα παιδί που μεγαλώνει με συνεχείς απώλειες και ψυχικά κενά, δημιουργεί ένα προσωπείο παντοδυναμίας, ένα ψυχικό τείχος προστασίας απέναντι στην αίσθηση εγκατάλειψης και φόβου.
Αυτό το προσωπείο μπορεί να εκδηλωθεί ως επιθετικότητα προς τους άλλους, καθώς ο έφηβος δεν διαθέτει εσωτερικούς πόρους για να επεξεργαστεί τα συναισθήματά του. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: η αίσθηση ανεπάρκειας και μοναξιάς μετατρέπεται σε βία, και η ψυχική δομεί καταρρέει. Το οικογενειακό περιβάλλον λοιπόν, που θα έπρεπε να είναι προστατευτικό, στην πραγματικότητα παράγει τραγωδία.
Και σε αυτό το σημείο γεννιέται το κρίσιμο ερώτημα:
Που είναι η μέριμνα του κράτους και η λειτουργία των θεσμών για αυτή την οικογένεια; Ποιος παρακολουθούσε την ψυχολογική και κοινωνική κατάσταση του παιδιού που φαίνεται ότι λειτουργούσε σαν μια κινούμενη ορολογική βόμβα; Ποιος διασφάλιζε ότι η έλλειψη γονεϊκής μέριμνας δεν θα εκδηλωθεί ως βία προς άλλους; Το κράτος, που υποτίθεται ότι προστατεύει τα παιδιά, δεν έχει επαρκείς δομές ή μηχανισμούς για έγκαιρη παρέμβαση. Οι κοινωνικές υπηρεσίες, οι σχολικές δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και τα προγράμματα ψυχικής υγείας είναι υπο-χρηματοδοτούμενα ή απλώς ανύπαρκτα.
Η κοινωνική παραμέληση δεν είναι λάθος. Το κράτος θα πρέπει να λειτουργεί ως ο θεσμικός φάρος για τις ευάλωτες οικογένειες και να παρέχει στήριξη όταν χρειάζεται. Αντ’ αυτού, τα παιδιά μένουν μόνα τους να χτίζουν αμυντικά προσωπεία, να εκτονώνουν θυμό και να σκορπούν θάνατο.
Αν η κοινωνία μας θέλει να σταματήσει τη βία των νέων, πρέπει να αναγνωρίσει ότι η αδιαφορία για τα παιδιά που μεγαλώνουν σε επιβαρυμένα οικογενειακά περιβάλλοντα είναι έγκλημα. Δεν φταίει μόνο το παιδί, ούτε η οικογένεια, ούτε καν η σχολική κοινότητα από μόνη της. Φταίει ένα κράτος που αφήνει το πιο ευάλωτο κομμάτι της κοινωνίας να επιβιώνει χωρίς φροντίδα, έλεγχο και ψυχολογική υποστήριξη.
Η πρόληψη απαιτεί άμεση και συλλογική δράση. Χρειαζόμαστε δασκάλους και καθηγητές που διδάσκουν ενσυναίσθηση και διαχείριση συγκρούσεων, οικογένειες που δίνουν ασφάλεια και αγάπη, κρατικές δομές ψυχικής υγείας που λειτουργούν πραγματικά και όχι στα χαρτιά, κοινωνική στάση που δεν ανέχεται πλέον τη βία και την απαξίωση. Χρειαζόμαστε Ανθρώπους που νοιάζονται για τον συνάνθρωπο.
Ο θάνατος του 17χρονου δεν πρέπει να ξεχαστεί στη δύνη της κοινωνικής ανοσίας. Αν δεν δράσουμε τώρα, αν δεν επενδύσουμε στην ψυχική υγεία, στην παιδεία και στις δομές πρόληψης, θα ακολουθήσουν κι άλλες τραγωδίες. Και τότε δεν θα μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά, θα μιλάμε για κοινωνική αποτυχία, για βία που γίνεται κανόνας και για μια γενιά που θα χαθεί πριν καταφέρει να ζήσει όπως της αξίζει.
Η ερώτηση είναι απλή: θα συνεχίσουμε να ανεχόμαστε τη βία και την αδιαφορία, ή θα αναλάβουμε συλλογική ευθύνη; Η απάντηση θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον των παιδιών μας, αλλά και το μέλλον της ίδιας της κοινωνίας.

