«Το τραύμα είναι βάναυσο. Το χρόνιο τραύμα καταστρέφει», δήλωσε συγγενικό της πρόσωπο στον Guardian, περιγράφοντας τη ζωή της γυναίκας ως μια σειρά από κακοποιήσεις που χρονολογούνται από την πρώιμη παιδική της ηλικία. «Το αντιμετωπίζει όσο καλύτερα μπορεί».
Η γυναίκα, που αναφέρεται ως «Τζέιν Ντο 4» (το τυπικό όνομα που χρησιμοποιείται σε νομικά, ιατρικά και αστυνομικά πλαίσια για μια μη ταυτοποιημένη ή ανώνυμη γυναίκα) έδωσε τέσσερις συνεντεύξεις σε πράκτορες του FBI το 2019, οι οποίες συνεχίζουν να έρχονται στην επιφάνεια στο πλαίσιο του σκανδάλου sex trafficking του Έπσταϊν. Η ίδια διατύπωσε ανεπιβεβαίωτους ισχυρισμούς ότι κακοποιήθηκε από τον Νεοϋορκέζο χρηματιστή τη δεκαετία του 1980 και στη συνέχεια δέχθηκε σεξουαλική επίθεση από τον Ντόναλντ Τραμπ, όταν ήταν μεταξύ 13 και 15 ετών.
Ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς της «εντελώς αβάσιμους» και «χωρίς καμία αξιόπιστη απόδειξη», σημειώνοντας πως τα λεγόμενα της γυναίκας υποστηρίζονται από το γεγονός ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Μπάιντεν γνώριζε για τις κατηγορίες αλλά «δεν έκανε τίποτα με αυτές».

Η «Τζέιν Ντο 4» είναι ένα από τα ελάχιστα φερόμενα θύματα του Έπσταϊν που έχουν κατηγορήσει απευθείας τον Τραμπ, και οι παρατυπίες στον χειρισμό των αρχείων της υπόθεσής της από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης έχουν γίνει πλέον σημείο αναφοράς για τους επικριτές του υπηρεσιακού γενικού εισαγγελέα, Τοντ Μπλανς, ο οποίος είναι ο εκλεκτός του Αμερικανού προέδρου για να αναλάβει μόνιμα τη θέση.
Ένας ομοσπονδιακός δικαστής στην Ουάσιγκτον έδωσε την περασμένη εβδομάδα προθεσμία στον Μπλανς μέχρι τις 2 Ιουλίου για να παρουσιάσει τις πλήρεις (χωρίς λογοκρισία) εκδοχές των αρχείων που έχει ήδη δώσει στη δημοσιότητα το υπουργείο Δικαιοσύνης, ή να παράσχει εξηγήσεις για τον λόγο που δεν μπορεί να τις προσκομίσει. Το υπουργείο Δικαιοσύνης διατάχθηκε επίσης να δημοσιοποιήσει τις σημειώσεις από τις συνεντεύξεις που σχετίζονται με τις καταγγελίες της «Τζέιν Ντο 4». Η απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο αστικής αγωγής κατά του Μπλανς, την οποία κατέθεσε η δημοσιογράφος Κέιτι Φανγκ.
Αργά την Παρασκευή (26/06), ο τρίτος στην ιεραρχία αξιωματούχος του υπουργείου Δικαιοσύνης, Στάνλεϊ Γούντγουορντ, έκανε γνωστό ότι θα συμμετάσχει στην υπόθεση. «Πραγματικά δεν θέλουν με τίποτα να δημοσιοποιηθούν αυτά τα έγγραφα», έγραψε στο Twitter ο Μπρένταν Μπάλου, δικηγόρος που εκπροσωπεί τη Φανγκ.
The #3 Justice Department official just entered a notice of appearance in our Epstein Files case. They really, really don’t want these documents released. pic.twitter.com/48gRZRP0Bw
— Brendan Ballou (@brendan_ballou) June 26, 2026
Τα φερόμενα θύματα του Έπσταϊν και οι υποστηρικτές τους θέλουν από τον Μπλανς, πρώην προσωπικό δικηγόρο του προέδρου Τραμπ, να εξηγήσει γιατί περίπου 2,5 εκατομμύρια άλλα αρχεία άγνωστης σημασίας κρίθηκαν ως «διπλότυπα» ή νομικά προστατευμένα από τον ίδιο και δεν δόθηκαν ποτέ στη δημοσιότητα.
«Δεν θα έπρεπε να είναι ευθύνη της Τζέιν Ντο 4 να συνεχίσει να βγαίνει μπροστά», δήλωσε στον Guardian ο Σκάι Ρόμπερτς, αδελφός της Βιρτζίνια Τζούφρε, ένα από τα θύματα του Έπσταϊν, που έχει πλέον φύγει από τη ζωή, αλλά έχει εξελιχθεί σε ηγετική μορφή για την προάσπιση των θυμάτων. «Έχει ήδη δώσει την κατάθεσή της στο FBI. Θα έπρεπε να είναι ευθύνη της Δικαιοσύνης να πάρει αυτά τα στοιχεία και να προχωρήσει μπροστά», είπε ο Ρόμπερτς.
Η εντολή του δικαστή Έμετ Σάλιβαν για συμμόρφωση με τον Νόμο περί Διαφάνειας για τον Έπσταϊν ήταν «μια πραγματική νίκη» για τα θύματα, έγραψε στο Substack η πρώην εισαγγελέας Τζόις Βανς.
Το ιστορικό των εγγράφων και οι παραλείψεις

Ο χειρισμός του φακέλου της Τζέιν Ντο 4 είναι αμφιλεγόμενος από τότε που το υπουργείο Δικαιοσύνης έσπευσε να συμμορφωθεί με έναν νόμο που ψήφισε το Κογκρέσο τον Νοέμβριο και υπέγραψε ο Τραμπ, ο οποίος απαιτούσε τη δημοσιοποίηση όλων των εγγράφων που σχετίζονται με τον Έπσταϊν και τη συνεργάτιδά του, Γκισλέιν Μάξγουελ. Ο Έπσταϊν πέθανε στη φυλακή (ο θάνατός του θεωρήθηκε αυτοκτονία) τον Αύγουστο του 2019, και η Μάξγουελ εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών σε φυλακή ελάχιστης ασφαλείας στο Τέξας, όπου μεταφέρθηκε μετά από δύο συνεντεύξεις με τον Μπλανς.
Ο Μπλανς ήταν υπεύθυνος για τη συμμόρφωση, σύμφωνα με τις απαντήσεις που έδωσε στην επιτροπή εποπτείας της Βουλής η γενική εισαγγελέας Παμ Μπόντι, η οποία αποπέμφθηκε από τα καθήκοντά της. Ο Μπαλνς καθοδηγούσε μια ομάδα 500 ελεγκτών που συγκροτήθηκε εσπευσμένα και ηγούνταν των αποφάσεων σχετικά με τον χειρισμό των εγγράφων.
Σε αρκετά στάδια, το υπουργείο Δικαιοσύνης «ανέβασε» περισσότερα από 3 εκατομμύρια έγγραφα σε μια βάση δεδομένων που ήταν γεμάτη προβλήματα. Ονόματα θυμάτων εκτέθηκαν, καθώς και φωτογραφίες που εξέθεταν τα πρόσωπα που εμφανίζονταν σε αυτές, και το υπουργείο Δικαιοσύνης υποσχέθηκε να διορθώσει τα λάθη. Αφαιρέθηκαν χωρίς εξήγηση πιθανοί συνένοχοι και ονόματα φίλων που έγραφαν στον Έπσταϊν για νεαρές γυναίκες.
Μια μαζική δημοσιοποίηση εγγράφων τον Ιανουάριο περιελάμβανε την επίσημη αναφορά «302» του FBI για μια συνέντευξη της Τζέιν Ντο 4, μαζί με έναν αριθμητικό αναγνωριστικό κωδικό για την υπόθεσή της. Η ίδια είχε καλέσει στην ανοιχτή γραμμή του FBI για τον Έπσταϊν μετά τη σύλληψή του τον Ιούλιο του 2019, και η υπηρεσία έκρινε ότι η μαρτυρία της άξιζε περαιτέρω διερεύνηση. Περίπου την ίδια περίοδο, μια έμπιστη φίλη της γυναίκας κάλεσε ξεχωριστά στην ίδια γραμμή για να αναφέρει όσα γνώριζε για την Τζέιν Ντο 4.
Δημοσιογράφοι στο NPR και αλλού χρησιμοποίησαν τον αριθμό φακέλου της υπόθεσης της γυναίκας για να ανακαλύψουν άλλα αρχεία που έλειπαν. Υπό πίεση, το υπουργείο Δικαιοσύνης δημοσιοποίησε τον Μάρτιο τρεις επιπλέον συνεντεύξεις με την Τζέιν Ντο 4, οι οποίες περιελάμβαναν την ασαφή μνήμη της από μια υποτιθέμενη συνάντηση της δεκαετίας του 1980 με τον Τραμπ, αφού, όπως είπε, ο Έπσταϊν τους σύστησε στη Νέα Υόρκη ή στο Νιου Τζέρσεϊ.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης εξακολουθεί να μην έχει δημοσιοποιήσει τις χειρόγραφες σημειώσεις από τις συναντήσεις με την Τζέιν Ντο 4. Μόνο δημοσιογράφοι από την εφημερίδα The Post and Courier στο Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνας έχουν εξετάσει τις σημειώσεις, επικαλούμενοι μια ανώνυμη πηγή. Τα χειρόγραφα των πρακτόρων περιλαμβάνουν ονόματα μερικών φίλων από το λύκειο που ίσως θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν κάποιες πτυχές της αφήγησης της Τζέιν Ντο 4, αλλά όχι το υποτιθέμενο περιστατικό με τον Τραμπ, ανέφερε το ειδησεογραφικό μέσο.
Ο νόμος περί διαφάνειας δίνει ελάχιστους λόγους για την παρακράτηση εγγράφων και απαγορεύει την απόκρυψή τους «με βάση την αμηχανία, τη βλάβη της φήμης ή την πολιτική ευαισθησία».
Το ιστορικό της έρευνας και η νομική διάσταση

Το FBI δεν απήγγειλε ποτέ κατηγορίες σε κανένα άτομο σε σχέση με τις καταγγελίες της Τζέιν Ντο 4 και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το FBI ερεύνησε τους ισχυρισμούς της μετά την ολοκλήρωση των συνεντεύξεών της τον Αύγουστο του 2019, όταν ο Τραμπ διένυε την πρώτη του θητεία ως πρόεδρος. Η γυναίκα διέκοψε την επαφή της με το FBI, λέγοντας στους πράκτορες ότι πίστευε πως την παρακολουθούσαν, σύμφωνα με την έκθεση του FBI για την τελική συνέντευξη. Ο συγγενής της αρνήθηκε να αποκαλύψει το πού βρίσκεται αυτή τη στιγμή.
Ο δικηγόρος που την εκπροσώπησε κατά τη διάρκεια δύο συνεντεύξεων στο FBI δήλωσε ότι δεν έλαβε ποτέ στη συνέχεια τηλεφωνήματα από τις δύο γυναίκες πράκτορες ούτε αντίγραφα των εκθέσεων 302, τα οποία, όπως είπε, συνήθως παρέχονται στους συνηγόρους υπεράσπισης.
Ο δικηγόρος δήλωσε ότι η αποστολή του ήταν να προστατεύσει την πελάτισσά του από πιθανές ποινικές κατηγορίες, καθώς απαντούσε σε ερωτήσεις του FBI σχετικά με την παραπομπή φίλων της σε έναν άνδρα που γνώριζε μόνο ως «Τζεφ», ο οποίος, όπως είπε, επισκεπτόταν μια πολυτελή ιδιοκτησία κοντά στο σπίτι της οικογένειάς της στο Χίλτον Χεντ της Νότιας Καρολίνας. Η γυναίκα είπε στους πράκτορες ότι είχε μιλήσει σε μερικούς φίλους στην παραλία για έναν μεγαλύτερο άνδρα που μπορούσε να τους προμηθεύσει ναρκωτικά και αλκοόλ.
Το 2020, μια «Τζέιν Ντο» συμμετείχε σε αγωγή κατά της περιουσίας του Έπσταϊν με ισχυρισμούς και βιογραφικά στοιχεία που ταιριάζουν με εκείνα των συνεντεύξεων στο FBI. Αργότερα απέσυρε τις απαιτήσεις της.
Τον Μάρτιο, μέλη της επιτροπής εποπτείας ρώτησαν τον λογιστή και τον δικηγόρο του Έπσταϊν, οι οποίοι είναι συνδιαχειριστές της περιουσίας του, σχετικά με τυχόν πληρωμές προς το φερόμενο θύμα απευθείας από την περιουσία. Το αίτημα της γυναίκας σε ένα ειδικό ταμείο για τα θύματα του Έπσταϊν απορρίφθηκε, αλλά ένας από τους δικηγόρους της δήλωσε στην Post and Courier ότι είχε λάβει συμβιβαστικό ποσό από την περιουσία.
Ο λογιστής Ρίτσαρντ Καν αρχικά παραδέχθηκε έναν συμβιβασμό, αλλά στη συνέχεια, αφού συνεννοήθηκε με τον δικηγόρο του, δήλωσε ότι δεν μπορεί ούτε να επιβεβαιώσει ούτε να διαψεύσει οποιαδήποτε πληρωμή.
Ο Μπλανς βρίσκεται αντιμέτωπος με διαδικασίες έγκρισης του διορισμού του, οι οποίες αναμένονται θυελλώδεις, αργότερα αυτό το καλοκαίρι ενώπιον της δικαστικής επιτροπής της Γερουσίας. Ο Λευκός Οίκος έχει δηλώσει ότι ο Τραμπ «απαλλάχθηκε πλήρως» από τη δημοσιοποίηση των αρχείων του Έπσταϊν.

