Τα νέα αμερικανικά πλήγματα σηματοδοτούν την τελευταία κλιμάκωση των επιθέσεων και αντεπιθέσεων που ανταλλάσσουν οι δύο πλευρές καθώς διεκδικούν τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διερχόταν περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων αποστολών πετρελαίου και φυσικού αερίου πριν από τον πόλεμο στο Ιράν.
Οι τελευταίες επιθέσεις ξεκίνησαν περίπου οκτώ ώρες μετά τη λήξη των προηγούμενων επιθέσεων των ΗΠΑ και η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) δημοσίευσε το μεσημέρι της Τετάρτης (15/07) στο X ότι ο νέος γύρος επιθέσεων ολοκληρώθηκε.
«Η CENTCOM εκτόξευσε όπλα ακριβείας εναντίον συστημάτων παράκτιας άμυνας και εγκαταστάσεων αποθήκευσης και εκτόξευσης πυραύλων κρουζ στο νησί Greater Tunb κατά τη διάρκεια της 90λεπτης επιθετικής δράσης», ανέφερε. «Οι επιθέσεις αποδυνάμωσαν περαιτέρω την ικανότητα του Ιράν να επιτεθεί σε εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ».

Οι Φρουροί της Επανάστασης από την πλευρά τους έπληξαν αμερικανικούς στρατιωτικούς στόχους στην περιοχή, και συγκεκριμένα σε Μπαχρέιν, Κουβέιτ και Ιορδανία, ενώ απείλησαν να μπλοκάρουν περισσότερες εξαγωγές ενέργειας από την περιοχή, σημειώνοντας με νόημα πως οι ΗΠΑ «πρέπει να προετοιμαστούν για το κλείσιμο όλων των άλλων διαδρόμων εξαγωγών που ωφελούν τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους».
Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι το Ιράν είχε επιτεθεί σε επτά εμπορικά πλοία κατά τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας, με αποτέλεσμα σχεδόν δώδεκα μέλη πληρώματος να σκοτωθούν, να αγνοούνται ή να τραυματιστούν.
Ο πόλεμος, ο οποίος ξεκίνησε με πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, πυροδότησε ιρανικές επιθέσεις σε κράτη του Κόλπου που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις και προκάλεσε σοβαρή αναταραχή στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, εγείροντας φόβους για έξαρση του πληθωρισμού.
Οι τιμές του πετρελαίου διεύρυναν τα κέρδη τους κατά περίπου 1% την Τετάρτη (15/07), αφού έκλεισαν την προηγούμενη μέρα σε νέο υψηλό ενός μηνός.
Μια ενδιάμεση συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στη σύγκρουση, η οποία υπογράφηκε τον περασμένο μήνα, είχε ως στόχο να οδηγήσει σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις και σε μια μόνιμη εκεχειρία, αλλά η επιστροφή στις συνομιλίες έχει καθυστερήσει.
Νέο σημείο πίεσης η Ερυθρά Θάλασσα

Έχοντας στραγγαλίσει τη ναυτιλία μέσω των Στενών του Ορμούζ, το Ιράν αφήνει τώρα να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να παίξει το πιο επικίνδυνο χαρτί του μέχρι στιγμής: Να χρησιμοποιήσει τους συμμάχους του, τους Χούθι της Υεμένης, για να κλείσει την πύλη Μπαμπ ελ-Μαντέμπ προς την Ερυθρά Θάλασσα, ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο κατά της Ουάσιγκτον και θέτοντας σε κίνδυνο δύο από τις πιο ζωτικές ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου.
Καθώς τα αμερικανικά πλήγματα εντείνονται στο εσωτερικό του Ιράν και οι επιθέσεις των Χούθι κλιμακώνονται παράλληλα, οι αναλυτές λένε ότι η Τεχεράνη διευρύνει τη σύγκρουση και επιδιώκει να αυξήσει την πίεση στην Ουάσιγκτον, επεκτείνοντας την απειλή για το παγκόσμιο εμπόριο και τον ενεργειακό εφοδιασμό πέρα από τον Κόλπο.
Το Ιράν έχει ήδη επιδείξει τη δύναμη του πολυτιμότερου στρατηγικού του πλεονεκτήματος διαταράσσοντας την κυκλοφορία μέσω του Ορμούζ. Τώρα εμφανίζεται έτοιμο να ανοίξει ένα δεύτερο σημείο πίεσης στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, το στενό θαλάσσιο πέρασμα που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν, μέσω του οποίου διέρχονται οι εξαγωγές πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας και ένα σημαντικό μερίδιο της παγκόσμιας ναυτιλίας.
Ανώτερος αξιωματούχος της Υεμένης προειδοποίησε τη Δευτέρα (13/07) ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας είναι έτοιμες να κλείσουν τα Στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, μια κίνηση που, όπως είπε, θα μπορούσε να εκτινάξει τις τιμές του πετρελαίου στα 200 δολάρια το βαρέλι, εάν η Σαουδική Αραβία συνεχίσει να επιτίθεται στην Υεμένη, σύμφωνα με αναφορά στον ιστότοπο Press TV του Ιράν.
Ο Μοχάμεντ αλ-Φαράχ, μέλος του πολιτικού γραφείου της Ανσαρουλάχ (του κινήματος αντίστασης των Χούθι), δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον υποκινεί τη Σαουδική Αραβία να πλήξει την Υεμένη και ότι μια τέτοια πρόκληση δεν θα ήταν ποτέ προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Εάν η τρέχουσα κατάσταση επιδεινωθεί, τα Στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και τα Στενά του Ορμούζ θα κλείσουν σε μια επιχειρησιακή συμμαχία. Οι τιμές του πετρελαίου θα εκτοξεύονταν τότε στα 200 δολάρια το βαρέλι, προκαλώντας ένα τρομερό σοκ», προειδοποίησε.
Αν το Ορμούζ είναι ο ισχυρότερος στρατηγικός μοχλός της Τεχεράνης, το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ ίσως είναι η τελευταία της μεγάλη εφεδρεία, δήλωσαν αναλυτές.

«Το Ιράν είναι διατεθειμένο να φτάσει μέχρι το τέλος», δήλωσε στο Reuters ο ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής, Φαουάζ Γκέρτζες. Ανέφερε ότι η Τεχεράνη δείχνει στην Ουάσιγκτον πως μπορεί να απειλήσει και τα δύο στρατηγικά περάσματα ταυτόχρονα, μετατρέποντας τη σύγκρουση από διμερή αντιπαράθεση σε πρόκληση για τις θαλάσσιες οδούς που στηρίζουν το παγκόσμιο ενεργειακό εμπόριο.
«Τώρα (η Τεχεράνη) κλιμακώνει τις ενέργειές της τόσο σε κοντινή όσο και σε ευρεία εμβέλεια. Το μήνυμα είναι ότι δεν κινδυνεύει μόνο το Ορμούζ, αλλά και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ».
Ο κίνδυνος, σύμφωνα με τους αναλυτές, δεν είναι τόσο η άμεση επιστροφή σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, όσο μια αργή αλλά αδυσώπητη «σταδιακή διεύρυνση της αποστολής», κατά την οποία η κάθε πλευρά αυξάνει το διακύβευμα χωρίς να περνά τα όρια της άμεσης αντιπαράθεσης.
Καθώς η σύγκρουση εξαπλώνεται από τον Κόλπο στην Ερυθρά Θάλασσα, η αυξανόμενη απειλή για το εμπόριο και τον ενεργειακό εφοδιασμό θα μπορούσε επίσης να αυξήσει την πίεση στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη να επιστρέψουν στις διαπραγματεύσεις, προτού τα δύο σημαντικότερα περάσματα πετρελαίου στον κόσμο γίνουν το καθοριστικό πεδίο μάχης της σύγκρουσης.
Ο Ντένις Ρος, πρώην διαπραγματευτής των ΗΠΑ για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή, δήλωσε από την Ουάσιγκτον ότι, από τη σκοπιά των ΗΠΑ, «το ζήτημα είναι πώς αλλάζεις τους υπολογισμούς των Ιρανών σε σημείο που να είναι έτοιμοι, ξανά, να συζητήσουν, αλλά όχι απλώς να συζητήσουν, αλλά να καταλήξουν σε μια διευθέτηση που θα είναι… αποδεκτή».
Επιθέσεις των Χούθι στην εμπορική ναυτιλία

Οι Χούθι έχουν ήδη δείξει ότι μπορούν να στραγγαλίσουν το παγκόσμιο εμπόριο μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Γάζα τον Οκτώβριο του 2023, η υποστηριζόμενη από το Ιράν ομάδα εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, δηλώνοντας ότι στοχεύει σκάφη που συνδέονται με το Ισραήλ σε ένδειξη υποστήριξης προς τους Παλαιστινίους.
Η εκστρατεία αυτή ανάγκασε μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες να αλλάξουν δρομολόγια πλοίων γύρω από τη νότια Αφρική, αυξάνοντας το κόστος μεταφοράς, και προκάλεσε αεροπορικές επιδρομές από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, καθώς και μια πολυεθνική ναυτική αποστολή για την προστασία της ναυτιλίας.
Ο Αντρέας Κριγκ, αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Σπουδών Ασφάλειας του King’s College του Λονδίνου, περιέγραψε την τελευταία απειλή των Χούθι ως «μια ακόμα πυρηνική επιλογή» για το Ιράν μετά το Ορμούζ — μια επιλογή που θα χρησιμοποιούσε μόνο εάν οι Φρουροί της Επανάστασης κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η επιστροφή σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο είχε γίνει αναπόφευκτη.
Προειδοποίησε όμως ότι εάν η Ουάσιγκτον εντείνει τα πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν, η Τεχεράνη θα μπορούσε να απαντήσει χρησιμοποιώντας τους συμμάχους της στην Υεμένη για να κλείσει το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, επιδεινώνοντας το οικονομικό σοκ που έχει ήδη προκληθεί από τα Στενά του Ορμούζ.
Ο Αμπντουλαζίζ Σάγκερ, πρόεδρος του Gulf Research Center με έδρα τη Σαουδική Αραβία, δήλωσε ότι τα κράτη του Κόλπου πιστεύουν ολοένα και περισσότερο ότι η διπλωματία με το Ιράν έχει φτάσει στα όριά της, παρά το υψηλό κόστος που θα επέβαλλε στην περιοχή οποιαδήποτε ευρύτερη αντιπαράθεση.
«Τόσο μία νίκη όσο και μία ήττα του Ιράν θα έχουν συνέπειες για την περιοχή», δήλωσε ο Σάγκερ, προσθέτοντας ότι «πολλά κράτη του Κόλπου μπορεί να θεωρήσουν το κόστος του δεύτερου σεναρίου πιο αποδεκτό, εάν αυτό οδηγήσει σε ένα πιο σταθερό περιβάλλον περιφερειακής ασφάλειας».
Ανέφερε ότι οι Χούθι διατηρούν την ικανότητα να διαταράξουν τη ναυσιπλοΐα μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, αλλά είναι απίθανο να προχωρήσουν σε κλιμάκωση χωρίς σαφή καθοδήγηση από την Τεχεράνη. Οποιαδήποτε προσπάθεια των Χούθι να απειλήσουν τη ναυτιλία, πρόσθεσε, θα μπορούσε να προκαλέσει μια ευρύτερη στρατιωτική απάντηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους εταίρους τους, με στόχο τη σημαντική αποδυνάμωση των δυνατοτήτων της οργάνωσης.

