Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ανταλλάξουν σχέδια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πιθανή συμφωνία.
Ο Αμπάς Αραγτσί εμφανίστηκε αισιόδοξος αλλά χωρίς να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τις συζητήσεις ή για την ημερομηνία του επόμενου γύρου. Μιλώντας στην κρατική τηλεόραση, χαρακτήρισε τις συνομιλίες ως «πιο εποικοδομητικές» σε σχέση με εκείνες στο Ομάν τον προηγούμενο μήνα, προσθέτοντας ότι υπήρξε «καλή πρόοδος». Όπως είπε: «Τώρα έχουμε έναν σαφή δρόμο μπροστά μας, που κατά τη γνώμη μου είναι θετικός», ενώ σημείωσε ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να καταλήξουμε γρήγορα σε συμφωνία, αλλά τουλάχιστον ο δρόμος έχει αρχίσει».
Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν προέβησαν σε δημόσιες δηλώσεις άμεσα, ωστόσο ένας ανώνυμος Αμερικανός αξιωματούχος τόνισε ότι σημειώθηκε πρόοδος και ότι η ιρανική πλευρά αναμένεται να καταθέσει εντός των επόμενων δύο εβδομάδων πιο λεπτομερείς προτάσεις για να γεφυρωθούν οι διαφορές, χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες.
Όσον αφορά τα όρια των συνομιλιών, η Τεχεράνη επιμένει να περιοριστούν αυστηρά στο πυρηνικό της πρόγραμμα, ενώ οι Αμερικανοί αξιωματούχοι επιδιώκουν και περιορισμούς στο βαλλιστικό οπλοστάσιο και στη στήριξη ενόπλων οργανώσεων. Ο Αραγτσί περιορίστηκε να αναφέρει ότι υπάρχει «γενική κατανόηση σε ένα σύνολο κατευθυντήριων αρχών» για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων και τη «μετάβαση στη σύνταξη του κειμένου μιας πιθανής συμφωνίας».
Σύμφωνα με Ιρανούς αξιωματούχους, το Ιράν άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να αναστείλει τον εμπλουτισμό ουρανίου για τρία έως πέντε έτη —περίοδο που θα καλύπτει τη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ— και στη συνέχεια να συμμετάσχει σε περιφερειακή κοινοπραξία για ειρηνικό εμπλουτισμό. Το Ιράν προτείνει επίσης να αραιώσει τα αποθέματά του παρουσία διεθνών επιθεωρητών και ζητά την άρση των χρηματοπιστωτικών και πετρελαϊκών κυρώσεων.
Παράλληλα, προσφέρει οικονομικά κίνητρα προς τις ΗΠΑ, με επενδυτικές ευκαιρίες στους τομείς του πετρελαίου, της ενέργειας, του φυσικού αερίου και των ορυχείων.
Οι συνομιλίες πραγματοποιήθηκαν στην κατοικία του πρεσβευτή του Ομάν, υπό τη διαμεσολάβηση του υπουργού Εξωτερικών Μπαντρ Αλμπουσαϊντί, που είχε συμμετάσχει και στον προηγούμενο γύρο. Μετά την ολοκλήρωση, ανέφερε ότι σημειώθηκε «καλή πρόοδος προς τον προσδιορισμό κοινών στόχων και συναφών τεχνικών ζητημάτων» και ότι έγιναν «σοβαρές προσπάθειες για να ορίσουμε έναν αριθμό κατευθυντήριων αρχών για μια τελική συμφωνία», προσθέτοντας: «Απομένει πολλή δουλειά».
Στις επαφές συμμετείχαν επίσης ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή, Στιβ Γουίτκοφ, και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τις συνομιλίες «πολύ σημαντικές» και σημείωσε ότι το Ιράν «επιθυμεί συμφωνία». Παράλληλα, διέταξε ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης ανάπτυξης δύο αεροπλανοφόρων, και κάλεσε το Ιράν να περιορίσει τις πυρηνικές και στρατιωτικές του δυνατότητες, προειδοποιώντας για πιθανή στρατιωτική δράση αν δεν υπάρξει συμφωνία.
Οι χώρες της περιοχής εκφράζουν ανησυχία ότι ενδεχόμενο πλήγμα των ΗΠΑ και ιρανική αντίδραση, ενδεχομένως με συμμετοχή του Ισραήλ, θα αποσταθεροποιούσαν τη Μέση Ανατολή και θα έθεταν σε κίνδυνο αμερικανικούς συμμάχους.
Την ίδια στιγμή, ο Αλί Χαμενεϊ, ανώτατος ηγέτης του Ιράν, σχολίασε την αποστολή δεύτερου αεροπλανοφόρου από τις ΗΠΑ χαρακτηρίζοντάς το «επικίνδυνο», αλλά τόνισε ότι το πιο επικίνδυνο είναι «το όπλο που μπορεί να το στείλει στον βυθό της θάλασσας». Θεώρησε «παράλογες» τις απαιτήσεις για περιορισμό της εμβέλειας των βαλλιστικών πυραύλων, τονίζοντας ότι κάθε χώρα χρειάζεται αποτρεπτικά όπλα για να μην «συνθλιβεί κάτω από τα πόδια των εχθρών της». Την ίδια ημέρα οι ιρανικές ναυτικές δυνάμεις έκλεισαν για λίγες ώρες τμήματα των Στενών του Ορμούζ, στο πλαίσιο δεύτερης ημέρας ναυτικών γυμνασίων.
Η ιρανική κυβέρνηση βρίσκεται υπό έντονη πίεση να καταλήξει σε συμφωνία, λόγω της επιβάρυνσης της οικονομίας από τις διεθνείς κυρώσεις και των αντικυβερνητικών κινητοποιήσεων. Ιρανοί αξιωματούχοι υπογραμμίζουν ότι δεν θα κάνουν παραχωρήσεις στον εμπλουτισμό χωρίς άρση των κυρώσεων και τονίζουν ότι μπορούν να προσφέρουν στην Ουάσινγκτον κερδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες στους τομείς πετρελαίου, φυσικού αερίου και ορυχείων.

