Συγχρόνως, όμως, ως πρωθυπουργός ψήφισε τη μεταφορά των «κόκκινων» δανείων σε funds και servicers. Τώρα, βέβαια, μία δεκαετία αργότερα υπόσχεται και πάλι φαντασιακές λύσεις, όπως την επαναγορά των δανείων από το Δημόσιο. Το θετικό είναι πως κανείς δεν τον πιστεύει πια.
ΤΟ πρόβλημα είναι μεγάλο και, προφανώς, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όμως, έχει κάνει σημαντικά βήματα για την αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους τόσο προς το Δημόσιο όσο και προς τις τράπεζες.
Η ρύθμιση που ανακοίνωσε χθες ο Κυριάκος Πιερρακάκης και η οποία αναμένεται να ψηφιστεί σήμερα στη Βουλή για πάνω από 100.000 δανειολήπτες που είχαν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη είναι εξαιρετικά θετική και τολμηρή. Κατ’ αρχάς υιοθετεί την απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά είναι πιο ευνοϊκή σε σχέση με όσα ζητούσαν ακόμα και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ενώ σταματάει τη «βιομηχανία» δικαστικών αγωγών, καθώς προβλέπει καθολική συμμετοχή των δικαιούχων.
ΣΤΗΝ ουσία, με τη ρύθμιση Πιερρακάκη υπάρχει αναδρομική ελάφρυνση για όλους τους δανειολήπτες, οι οποίοι θα πληρώνουν μικρότερες δόσεις, θα έχουν χαμηλότερη συνολική επιβάρυνση και ταχύτερη αποπληρωμή, ενώ θα υπάρξει δίκαιος επιμερισμός των οικονομικών βαρών μεταξύ Δημοσίου και τραπεζών.
ΚΑΙ δεν είναι μόνοι αυτό το μέτρο που υλοποιείται. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός «τρέχει» με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Εως τώρα έχουν ολοκληρωθεί 62.600 ρυθμίσεις που αφορούν σε οφειλές ύψους 19,2 δισ. ευρώ, ενώ μειώθηκε και το «κατώφλι» ένταξης στις 5.000 ευρώ. Παράλληλα, αναμένεται μέσα στο καλοκαίρι να ανοίξει η ρύθμιση χρεών προς το Δημόσιο σε 72 δόσεις, κάτι που αφορά 1,5 εκατ. πολίτες, ενώ αυξάνεται το ακατάσχετο στα 1.600 ευρώ από 1.250 ευρώ μηνιαίως.
Η κυβέρνηση δεν υπόσχεται θαύματα. Επαινεί τους συνεπείς οφειλέτες και, συγχρόνως, στηρίζει όσους αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Βασίζεται στη λογική την οποία είχε αναπτύξει ο υπουργός Οικονομικών στην πρόσφατη συνέντευξή του στον «Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής»: «Βοηθάμε όσους θέλουν να τακτοποιήσουν εκκρεμότητες και να προχωρήσουν μπροστά». Στην ουσία, δίνει μια καθαρή δεύτερη ευκαιρία σε όσους τη δικαιούνται.