Επίδειξη ριζοσπαστισμού ενάντια σε μια θρησκεία όπως ο χριστιανισμός που ελάχιστα επεμβαίνει στην καθημερινή ζωή. Τζάμπα μαγκιά δηλαδή από την Ενωση Αθέων που για το σπάσιμο κάλεσε τους πιστούς της να φάνε ό,τι θέλουν τη Μεγάλη Παρασκευή σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βόλο και Σέρρες. Οχι ότι έχω την Εκκλησία για έναν θεσμό με ανοχές.
Πριν από κάποιες δεκαετίες, όταν υπήρχαν μόνο κρατικά ραδιόφωνα, η Εκκλησία όχι μόνο υποχρέωνε μέσω πίεσης τις ψησταριές να κλείνουν, αλλά η Ελλάδα τη Μεγάλη Εβδομάδα έπρεπε να ακούει κλασική μουσική για να συμπάσχει στο Θείο Πάθος. Μόνο που γούστο έχει να χτυπάς τον αντίπαλο όταν είναι στα πάνω και όχι στα κάτω του. Στις μέρες μας η Εκκλησία είναι ένας θεσμός που για εθνικούς λόγους πρέπει να προφυλαχθεί.
Ο πρώτος και κύριος λόγος, όπως δεν έχω πάψει να επαναλαμβάνω, είναι ότι αποτελεί τον κρίκο με τον απόδημο ελληνισμό. Το σημείο που φαίνεται ότι ένας Ελληνας έκοψε τις σχέσεις του με την πατρίδα είναι η φορά που θα σταματήσει να πηγαίνει στην ελληνική εκκλησία για Πάσχα. Μια γιορτή που έχει περισσότερα λαογραφικά στοιχεία από ό,τι τα Χριστούγεννα, που την εποχή που γεννήθηκα στην ιεραρχία των εορτών ερχόντουσαν μετά την Πρωτοχρονιά.
Το Πάσχα, όμως, είναι διαφορετικό. Από την τελετή στην Εκκλησία που δεν περιορίζεται στον κλειστό χώρο αλλά ο κόσμος ξεχύνεται και στο προαύλιο. Από το πασχαλινό μενού που με τη μαγειρίτσα και τον ομαδικό ύμνο του «Χριστός Ανέστη» που μαθαίνουμε από παιδιά και την ημέρα της γιορτής υποκαθιστά τον εθνικό ύμνο είναι αναντικατάστατο. Και κανένας δεν ενδιαφέρεται πώς άναψε το Θείο Φως. Επίσης κανένας δεν θα αισθανθεί ότι είναι λιγότερο θείο επειδή έσβησε στη διαδρομή από την εκκλησία στο σπίτι και το κερί ξανάναψε από το κερί ενός περαστικού. Στην πραγματικότητα το Φως του Πάσχα ανήκει σε όλους τους Ελληνες που το διατήρησαν αναμμένο. Ακόμα και όταν αυτοί που ήθελαν να το σβήσουν δεν ήταν αλλόθρησκοι αλλά Ελληνες που ήθελαν να κάνουν άλλους Ελληνες να νιώσουν υποδεέστεροι επειδή έχασαν τον διαφωτισμό.
Το Πάσχα υπάρχει για να λέμε «Καλό Πάσχα», «Χριστός Ανέστη» και «Αληθώς Ανέστη» και όχι εκείνο το άχρωμο «Χρόνια πολλά» που οι διαφωτισμένοι θέλουν να λέμε από τα γενέθλια μέχρι την 28η Οκτωβρίου. Υπάρχει για ένα γλέντι αλλιώτικο. Ανοιξιάτικο, διονυσιακό και απόλυτα ελληνικό.
ΦΟΥΡΤΟΥΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΕΥΣΗ
Οι μελετητές της Ζωής Κωνσταντοπούλου θυμούνται καλά τη σκηνή. Τον Νοέμβριο του 2013 η ΕΡΤ να έχει κλείσει, η Ζωή να έχει κάτσει μπροστά από την καγκελόπορτα και να λέει σε έναν αστυνομικό «Καλέστε τον εισαγγελέα». Οχι μία και δύο φορές. Δεκατρείς φορές σε δύο λεπτά. Μια συμπεριφορά που θυμίζει παιδί που προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή κάποιου μεγάλου επαναλαμβάνοντας την ίδια λέξη.
Με τη διαφορά ότι το παιδί το κάνει όταν νιώθει ανίσχυρο. Η Ζωή το κάνει όταν νιώθει ότι ο άλλος είναι του χεριού της. Επιλέγοντας άτομα που δεν είναι συμπαθή στην κοινωνία αλλά και δεν μπορούν να αντιδράσουν. Οπως οι αστυνομικοί ή οι δικαστές. Μόνο που, όπως έχει πει ο Αβραάμ Λίνκολν, «Μπορείς να κοροϊδεύεις κάποιους ανθρώπους για κάποιον καιρό αλλά δεν μπορείς να κοροϊδεύεις όλους τους ανθρώπους για πάντα». Στην περίπτωση της Ζωής οι «κάποιοι» άνθρωποι που πιστεύουν ότι αντιστέκεται στην εξουσία δείχνουν να λιγοστεύουν.
Στη δημοσκόπηση της Alco η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής ήρθε πέμπτη. Μετά την Ελληνική Λύση του Βελόπουλου και το ΚΚΕ. Και μετά και τις συνεδριάσεις για τη δίκη των Τεμπών, στις οποίες παίζει τα ρέστα της η Ζωή, πιστεύοντας ότι θα μονοπωλήσει την τηλεοπτική προβολή. Πολλές φορές το «κοίτα τι θα μπορούσαμε να είχαμε» είναι πολύ κοντά στο «κοίτα από τι γλιτώσαμε».
Κάποιοι θα τη γλιτώσουν, κάποιοι διασύρονται άδικα
Οι παλιοί θα θυμούνται τα σίριαλ του Φώσκολου που τελείωναν με ένα ζουμ στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας που έλεγε «Δηλαδή είναι ο μπατζανάκης σου και όχι η νύφη σου που χάθηκε στην Αφρική, Γιάγκο;». Εκτός αν το ζουμ γινόταν στον Γιάγκο και αυτός έλεγε «Τι απόγινε όμως το τέταρτο από τα τετράδυμα που γέννησε η αδελφή σου, Βίρνα;». Η τεχνική ενός επεισοδίου σίριαλ να τελειώνει με μία ερώτηση που θα απαντηθεί στο επόμενο επεισόδιο είναι αποτελεσματική, αλλά κάπως παλιομοδίτικη. Μια τεχνική που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία που ερευνά την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Δεν γίνεται δηλαδή κάθε τόσο να εμφανίζονται καινούργια ονόματα σε μία υπόθεση που αφορά το 2021. Στέλνει τα στοιχεία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αποφασίζει ο κάθε ένας που τον αφορά πώς θα κινηθεί και το θέμα προχωράει. Οχι τίποτα άλλο αλλά γίνονται υποθέσεις που αφορούν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ με υποθέσεις που αφορούν 190 ευρώ, όπως αυτή του Κώστα Τσιάρα. Είναι άδικο γιατί κάποιοι θα τη γλιτώσουν έχοντας κρυφτεί πίσω από υποθέσεις που δεν πρόκειται να πάνε στο δικαστήριο ενώ άλλοι διασύρονται άδικα.