Είναι το δίλημμα που πλανάται πάνω από τη χώρα και τείνει να πάρει υπαρξιακές διαστάσεις, αντίστοιχες του σαιξπηρικού «To be or not to be?». Για πρώτη φορά στη Σύγχρονη Ιστορία όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης -τα οποία εν τω μεταξύ έχουν χαώδεις διαφορές μεταξύ τους και για αυτό αδυνατούν να συνεννοηθούν για τη διαμόρφωση μιας εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης-συμπίπτουν απολύτως στο «να πέσει ο Μητσοτάκης». Σε σημείο που να θυμίζει το περίφημο σύνθημα του ΚΚΕ «Πέντε κόμματα, δύο πολιτικές». Οπου η μία ήταν του ΚΚΕ. Τώρα η μία είναι όλων μαζί.
Αλλα κόμματα το λένε με μπρουτάλ τρόπο, άλλα προσπαθούν να το τεκμηριώσουν «πολιτικά» κι άλλα το παπαγαλίζουν, προκειμένου να μην υστερούν των υπολοίπων σε μαχητικότητα. Ο Ν. Ανδρουλάκης χθες στη Βουλή έκανε ατομικό ρεκόρ, λέγοντας το αδιανόητο -εφάμιλλο του «δολοφόνοι» των Τεμπών- «είστε διεφθαρμένοι», απευθυνόμενος σε σύσσωμη την κυβέρνηση και ενώ με κρητική λεβεντιά, είχε διαμηνύσει τηλεοπτικώς και με μακάβριο τρόπο, πως «το λάδι στο καντήλι τελειώνει».
Ο Α. Τσίπρας, που πέρασε από rebranding αλλά δεν ακούμπησε, αφού δήλωσε ότι γίνεται θυσία και επιστρέφει «για να υπάρξει κανονικότητα και σταθερότητα στον τόπο» (!), δήλωσε πως, μετά τα όσα είπε η κ. Κοβέσι, «αν είχαμε κανονικό Ευρωπαίο πρωθυπουργό, θα έπρεπε να είχε παραιτηθεί». Υποθέτω εννοούσε Ευρωπαίο όσο ο ίδιος. Με πιο σοφιστικέ τρόπο και πιθανώς υπό την επήρεια των Δελφών, οι οποίοι γέννησαν τις μαντικές ικανότητες, είπε πως το εκλογικό σώμα δίνει μέχρι δύο ευκαιρίες και «δεν θα υπάρξει τρίτη». Από κοντά και ο Σ. Φάμελλος, ο οποίος δεν ξέρει ακόμα σε ποιο κόμμα ανήκει, αφού ζήτησε «να δοθεί όλο το υπερπλεόνασμα» στον λαό, υπερακόντισε στην ανάγκη να φύγει ο Μητσοτάκης. Στα ίδια χνάρια ΚΚΕ, Κ. Βελόπουλος, Νέα Αριστερά κ.λπ.
Αν η Ιστορία είχε κέφια κι αν το κόστος για τη χώρα δεν ήταν τόσο μεγάλο, θα άξιζε «να φύγει ο Μητσοτάκης», για να γελάσει και το παρδαλό κατσίκι, βλέποντας την αμηχανία, τον πανικό και την αδυναμία όσων το επεδίωκαν να δουν τι θα κάνουν, την ώρα που θα αλληλοκατηγορούνται για μύρια όσα. Ομως, η Ιστορία είναι αγριεμένη και παράγει πολέμους και ο λαός δεν αντέχει κι άλλη τόσο επώδυνη δοκιμασία. Εξού, ενώ όλο το κομματικό σύστημα της αντιπολίτευσης ζητά το ίδιο, ο αμέσως μετά τον Μητσοτάκη είναι 15% μακριά του.
Ο «Ευρωπαίος Τσίπρας» που θυσιάζεται για τον τόπο, ο Ν. Ανδρουλάκης που έχει θέσει τον πιο αστείο στόχο που έχει τεθεί ever («Νίκη με μία ψήφο διαφορά») και δεν έχει ιδέα για το πότε απογειώθηκε το ρουσφέτι στην Ελλάδα, η Μ. Καρυστιανού με τα εικονίσματα ανά χείρας και τον αντιεμβολιασμό στην προμετωπίδα, ο Κ. Βελόπουλος που καμαρώνει γιατί πρώτος αυτός έχει «αποκαλύψει» όλες τις μούφες που σκοτείνιασαν τον ουρανό της χώρας, η «κυρία εισαγγελέας της Ελλάδας», ο «προφήτης» Ε. Βενιζέλος και οι λοιπές δυνάμεις συμφωνούν απολύτως ότι το μείζον αυτή την ώρα είναι «να φύγει ο Μητσοτάκης». Πολιτικά είναι απολύτως θεμιτό. Ασχέτως πόσο ρεαλιστικό είναι. Και κυρίως πόσο κολοβό είναι, αφού δεν δίνεται καμία απάντηση στο θεμελιώδες, «Αντε κι έφυγε. Μετά;».
Το πρόβλημα, όμως, είναι αλλού. Στο σύγχρονο σαιξπηρικό δίλημμα υπάρχει μια λάθος λέξη. Αντί του «φύγει» εννοούν «πέσει». Κι εδώ όντως υπάρχει πρόβλημα. Το οποίο αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις αν αναλογισθεί κανείς τις μεθόδους που υιοθετούνται, προκειμένου «να πέσει ο Μητσοτάκης». Fake news που πέφτουν με πάταγο, ασύστολη αλλά αναπόδεικτη σκανδαλολογία, καταιγισμός τοξικότητας, καταιονισμός ύβρεων και ευφάνταστα σενάρια.
Η προχθεσινή ψηφοφορία στη Βουλή για την άρση της ασυλίας των 13 βουλευτών της Ν.Δ. προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση στην αντιπολίτευση. Τζίφος ο «διχασμός της Ν.Δ.». Οι 30, 40, 50 βουλευτές που θα διαφοροποιούνταν δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Παρά μόνο στα «ρεπορτάζ» συγκεκριμένης μερίδας του Τύπου, τα οποία επικαλούνταν μετά στα πάνελ τα στελέχη των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Οπως ακριβώς και με την ατιμώρητη σκευωρία της Novartis. Το ίδιο με τα σενάρια για την «εν κινήσει αλλαγή πρωθυπουργού», τα οποία επίσης είχαν «πηγές» εκτός Ν.Δ., αλλά καταλήγουν στον γνωστό «κουβά». Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όλα τα σενάρια αναταραχής στη Ν.Δ., που οδηγούν στην «πτώση» της, εκπορεύονται ή από την αντιπολίτευση ή από πολυτελή γραφεία επιχειρηματικών συμφερόντων. Κι αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι υποτίμηση της νοημοσύνης του πολίτη και επικίνδυνο για τη δημοκρατία.
ΑΙΧΜΗ
ΜΕΓΑ ΑΤΟΠΗΜΑ
Ο «Ελα με φόρα» μετά το Συνέδριο, Ν. Ανδρουλάκης, ο οποίος συνεχίζει να αγνοεί την κολλημένη βελόνα, υπέπεσε σε μεγάλο ατόπημα. Υποθέτω όχι γιατί δεν κατάλαβε, αλλά γιατί μάλλον έχει αποφασίσει να κατέβει όλη τη σκάλα της αντιθεσμικότητας.
Παραποιώντας μια δήλωση του Π. Μαρινάκη, για τη συμμετοχή των βουλευτών που άρθηκε η ασυλία τους στα ψηφοδέλτια των επόμενων εκλογών, οδηγήθηκε σε αυθαιρεσία. Εβγαλε το συμπέρασμα ότι η συμμετοχή τους στα ψηφοδέλτια είναι προσβολή στη Δικαιοσύνη! Εννοώντας, προφανώς, ότι η απόφαση για τη συμπερίληψή τους στα ψηφοδέλτια προκαταλαμβάνει την κρίση της Δικαιοσύνης ή, το ακόμα χειρότερο, ότι θα συμπεριληφθούν στα ψηφοδέλτια ακόμα κι αν πρωτοδίκως κριθούν ένοχοι.
Αν δεν πρόκειται για λάθος αντίληψη, πρόκειται για μέγα ατόπημα. Αντίστοιχο του «κυβέρνηση υποδίκων», μόνο και μόνο λόγω της άρσης της ασυλίας. Η άρση της ασυλίας ενός βουλευτή δεν σημαίνει επ’ ουδενί καταδίκη και ενοχή. Ο Δυτικός νομικός πολιτισμός το έχει λύσει αυτό, εδώ και πολλές δεκαετίες, υιοθετώντας το τεκμήριο της αθωότητας.
Σε κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο είναι σαφές ότι η συμμετοχή των βουλευτών των οποίων ήρθη η ασυλία τους στα ψηφοδέλτια προϋποθέτει πως θα έχει υπάρξει πρωτόδικη κρίση πριν από τις εκλογές. Αυτή η σαφής σκέψη δεν είναι προφανής για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ. Με αποτέλεσμα είτε να προδικάζει τη «συμφωνημένη» αθώωση των 11, ακολουθώντας το διόλου θεσμικό μονοπάτι της δήλωσής του ότι δεν εμπιστεύεται, άρα και δεν σέβεται, τη Δικαιοσύνη. Είτε να εμφανίσει σκόπιμα το κυβερνών κόμμα να αγνοεί τις δικαστικές αποφάσεις κουρελιάζοντας το Σύνταγμα. Και τα δύο προδίδουν αριβισμό.