Ξεκινώντας από τα πολιτικά σχέδια του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, η προοπτική δημιουργίας κόμματος από εκείνον «δεν είναι κάτι που μας ενθουσιάζει ως ιδέα». Αλλά, συνέχισε, «όλα θα κριθούν στο πεδίο. Η κριτική του κ. Σαμαρά εντοπίζεται σε θέματα στα οποία έχουμε απαντήσει πολλάκις, κυρίως σε σχέση με τα εθνικά θέματα. Ακόμη και πολίτες που δεν είναι κοντά στην κυβέρνηση και τη ΝΔ με δυσκολία θα δέχονταν την κριτική του κ. Σαμαρά για απεμπόληση εθνικών δικαιωμάτων μας», υπογράμμισε ο Θ. Κοντογεώργης και προχώρησε, σε αυτό το σημείο, σε ένα γενικότερο πολιτικό σχόλιο:
«Τα κόμματα γεννώνται κανονικά – για να είναι και βιώσιμα – όταν υπάρχουν κοινωνικές ανάγκες». Επιπλέον, «η εμπειρία και η πρόσφατη ιστορία έχουν δείξει ότι τα προσωποκεντρικά κόμματα δεν έχουν μακροημερεύσει».
Ειδικότερα για τα ελληνοτουρκικά ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ τόνισε ότι από το 2019 αυτή η κυβέρνηση έχει ενισχύσει τη χώρα αμυντικά και στο διπλωματικό της κεφάλαιο, «με σύνεση ασκεί τα κυριαρχικά δικαιώματά της κι αυτό αποτυπώνεται σε όλες τις διαστάσεις».
Από εκεί και πέρα, «ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει αυτό που νομίζει και όλα θα κριθούν στην κάλπη». Πάντως, από την πλευρά της κυβέρνησης «εμείς έχουμε μια βασική κατεύθυνση για τους επόμενους δέκα μήνες, (να κάνουμε) τη δουλειά μας με υλοποίηση του κυβερνητικού έργου αλλά και (με το βλέμμα) στο τι θα κάνουμε την επόμενη ημέρα».
Κληθείς να σχολιάσει αυτό που υποστήριξε ο Αντώνης Σαμαράς ότι οι κ.κ. Μητσοτάκης και Τσίπρας είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, απάντησε ότι «ο παραλληλισμός είναι ανακριβής» και ο ισχυρισμός «ιστορικά αναληθής».
Σημείωσε δε, ότι τού προξένησε εντύπωση αυτό που είπε ο κ. Σαμαράς, γιατί «ήταν ένας καλός πρωθυπουργός, έχω συνεργασθεί μαζί του το 2012-14 και έχει υποστεί και ο ίδιος πολλές από τις πρακτικές του κ. Τσίπρα, και τον λαϊκισμό και το επέκεινα αυτού».
Τι ανέφερε για το κόμμα Τσίπρα
Αλλάζοντας θέμα, στα όσα γίνονται στην Αριστερά, δήλωσε ότι «ο πάλαι ποτέ ΣΥΡΙΖΑ με τα κόμματα και τα αποκόμματα, και με αυτά που είδαμε το Σάββατο, νομίζω ότι παράγει λίγο περισσότερο… δράμα από αυτό που μπορούμε να αντέξουμε».
Ειδικότερα για τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα είπε πως «ξεκίνησε το rebranding με την ‘Ιθάκη’, τον εξώστη και την πλατεία» και τώρα «βλέπω μια αναπαλαίωση, ίσως με κάποια νέα πρόσωπα αλλά και με μια μανιέρα σε αυτά που έχει πει ο κ. Τσίπρας».
Σύμφωνα με τον Θ. Κοντογεώργη, ο κ. Τσίπρας «για το μέλλον λέει κάτι γενικόλογο». Επιπροσθέτως, «ήταν 15 χρόνια αρχηγός κόμματος και 4,5 χρόνια πρωθυπουργός, είναι συνεπώς λίγο οξύμωρο να λέει ότι θα διαμορφώσει τώρα θέσεις και προτάσεις για τη χώρα». Συμπερασματικά, «αυτά δείχνουν ότι δεν περιμένουμε κάτι καινούριο».
Ενώ για τις δημοσκοπήσεις επεσήμανε ότι «πάντα όταν εμφανίζεται είτε κάτι καινούριο είτε με τον μανδύα του καινούριου, υπάρχει ένα ενδιαφέρον και είναι λογικό». Θύμισε, ωστόσο, ότι «ο κ. Τσίπρας παραιτήθηκε στο 18% περίπου και σήμερα οι δημοσκοπήσεις τον εμφανίζουν στο 14 – 15%». Για εκείνους τους ψηφοφόρους που έχουν μια καλή ανάμνηση ή προσδοκία για τον κ. Τσίπρα είπε πως «δεν το υποτιμούμε. Θα τα δούμε όλα στην πορεία».
Τι είπε για τη Μαρία Καρυστιανού
Για το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού περιορίσθηκε να πει ότι «θα δούμε τις προτάσεις που θα καταθέσει και εκεί θα είμαστε να αντιπαρατεθούμε».
Αλλάζοντας θέμα συζήτησης, στα οικονομικά, «υπάρχει θέμα και με την ακρίβεια και με τον πληθωρισμό» αναγνώρισε και συνέχισε λέγοντας: «Εμείς προχωρούμε στη φορολογική μεταρρύθμιση προκειμένου να βελτιώνουμε το εισόδημα». Εστίασε ιδιαίτερα, μάλιστα, σε εκείνους που ζουν στο ενοίκιο και σε αυτούς που δεν έχουν τρόπους αντίδρασης σε μια κρίση.
Στην ερώτηση για τον επικείμενο ανασχηματισμό, αφού παρατήρησε ότι «ο κ. Κυρανάκης έκανε μια σημαντική δουλειά στο Υπουργείο Μεταφορών», προέβη στο γενικότερο σχόλιο, «οι όποιες τοποθετήσεις θα συνεχίσουν το κυβερνητικό έργο».
Και, για τον χρόνο των εκλογών παρέπεμψε σε αυτό που ο πρωθυπουργός έχει τονίσει ότι, δηλαδή, οι εκλογές θα γίνουν το 2027.
Κλείνοντας, απαντώντας σε ερώτημα για όσα πρόσφατα έγιναν στην Αλβανία, ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ σημείωσε ότι «σε όλους τους τόνους έχει λεχθεί ότι ο ευρωπαϊκός δρόμος της Αλβανίας περνά μέσα από την πλήρη διασφάλιση, την προστασία και τον σεβασμό της ελληνικής μειονότητας». Τέλος, ότι η ελληνική κυβέρνηση και το Υπουργείο Εξωτερικών προβαίνουν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, όταν προβαίνουν αντίστοιχα ζητήματα.

