Η αντιπολίτευση, και ως συνιστώσες και ως σύνολο, αποδεικνύεται απολύτως «μη διακυβερνήσιμη», ιδιαίτερα μετά την επίσημη εμφάνιση της Μ. Καρυστιανού σε ρόλο αρχηγού κόμματος. Το «ξήλωμα» των υπαρκτών και των υπό δημιουργία κομμάτων της αντιπολίτευσης εύλογα ξεκίνησε από τα πιο αδύναμα κόμματα. Ο Στ. Κασσελάκης -αφού απέτυχε να γίνει ο Φαραντούρης της Μ. Καρυστιανού- εξήγγειλε συνέδριο διάλυσης του Κινήματος Δημοκρατίας. Το οποίο άλλωστε ποτέ δεν έγινε υπολογίσιμος πολιτικός παράγων.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε τον έναν από τους τρεις ευρωβουλευτές που του απέμειναν και βρίσκεται σε διαρκή ταραχή. Ο Σ. Φάμελλος στην πραγματικότητα δεν ξέρει πόσους βουλευτές έχει! Δεν ξέρει πόσοι από τους νυν βουλευτές του θα πάνε στο κόμμα Τσίπρα, αν τελικά το κάνει. Αλλά κι αν ο τέως πρωθυπουργός δεν κάνει κόμμα, νιώθοντας τη στέρηση οξυγόνου που του προκαλεί το «κόμμα Καρυστιανού», ο Σ. Φάμελος θα μείνει με απορίες: Θα έχει κι άλλες διαρροές προς στο «κόμμα των Τεμπών»; Πόσοι από τους εναπομείναντες βουλευτές του παραμένουν στον ΣΥΡΙΖΑ, απλώς και μόνο γιατί δεν βρίσκουν άλλο κόμμα για να πάνε; Οταν την ίδια στιγμή τα ποσοστά του βρίσκονται με σταθερή κατιούσα πορεία, δίχως σημάδια αναστροφής.
Ο Α. Τσίπρας θέλει να κάνει κόμμα. Αλλά βλέπει -θέλοντας και μη- ότι η «Ιθάκη» έκανε μόνο πωλήσεις και ντόρο χωρίς πολιτικό αντίκρισμα. Ενώ η Μ. Καρυστιανού, παρότι αποδεικνύεται δεξιόστροφη παραλλαγή των ψεκασμένων θεωριών, κρατά ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με σημαντικό μέρος του ακροατηρίου, στο οποίο προσέβλεπε και ο ίδιος. Δεύτερες σκέψεις κάνει, αν και, όπως φαίνεται -χωρίς να το θεωρώ σίγουρο-, επικρατέστερη εκδοχή είναι να προχωρήσει, έστω κι αν δεν διεκδικεί ούτε καν τη δεύτερη θέση.
Στο κόμμα Βελόπουλου κυριαρχεί πανικός. Με αποτέλεσμα η «Αχαρυστιανού» -όπως την αποκαλούν πλέον στην Ελληνική Λύση- να δέχεται τις πιο σκληρές επιθέσεις από το αυθεντικό κόμμα των ψεκασμένων. Στο ίδιο κλίμα, αλλά με πιο μεγάλη συγκράτηση, βρίσκεται και η έτερη «προδομένη» Ζ. Κωνσταντοπούλου. Αλλά μάλλον είναι θέμα χρόνου ο «στολισμός» του άλλοτε «εργαλείου» της. Ισως γιατί ήταν η πρώτη που κατάλαβε ότι η πρώην «μάνα των Τεμπών» δεν ήθελε δεύτερο ρόλο. Δημιούργησε τον Π. Ρούτσι, αλλά κι αυτός, ερχόμενος «ξαφνικά» από το πολιτικό «πουθενά», δεν φτούρησε.
Ο έτερος «μπροστάρης» της «κοινωνικής επανάστασης» με σημαία την τραγωδία των Τεμπών, ο Γ. Βαρουφάκης, προφανώς σε στιγμές πολιτικής νηφαλιότητας, διέγνωσε γρήγορα ότι όσο φιλότιμα κι αν το πάλεψε, ποτέ δεν μπόρεσε να γίνει «σημαία» του «αγώνα». Κι έτσι το γύρισε στο φλερτ της νεολαίας με όχημα τους «μπάφους» και τα πιο σκληρά χάπια «έκσταση». Η Νίκη έχε παραδώσει ήδη το πνεύμα της, ενώ η Φωνή Λογικής ήταν το μόνο κόμμα-μη κόμμα που δεν ταυτίστηκε με το «κίνημα των Τεμπών», το οποίο -ειδικά μετά την κατάρρευση των ξυλολίων και των χαμένων βαγονιών- είχε ημερομηνία λήξεως, η οποία παρήλθε.
Εκτός από την άθλια καπηλεία της τραγωδίας, όλους τους ανωτέρω τους ένωνε ένα σύνθημα, το «Μητσοτάκη γ@μι@σ@ι», κι ένας στόχος: Να πέσει ο Μητσοτάκης. Αερίστηκε η νύφη, ο γάμος σχόλασε. Κι αυτός ο πολιτικός αχταρμάς καλείται να λύσει στον μικρόκοσμό του τις διαφορές και τις εκκρεμότητες που προέκυψαν, ερήμην της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας. Γιατί ισχύει στο ακέραιο το «όπως έστρωσες θα κοιμηθείς».
Υπάρχουν όμως δύο σημαντικά αναπάντητα ακόμα ερωτήματα: Τι κάνει το ΠΑΣΟΚ και τι θα κάνει η «συμμαχία του Καπνεργοστασίου» (Ευ. Βενιζέλος, Κ. Καραμανλής, Α. Σαμαράς). Το ΠΑΣΟΚ δεν απέφυγε τον λαϊκισμό των Τεμπών, ούτε τη συμπόρευση με την ανίερη «συμμαχία για την πτώση του Μητσοτάκη». Αλλά και δεν ξέπεσε στο επίπεδο του Βελόπουλου και της Κωνσταντοπούλου. Και μάλλον η Μ. Καρυστιανού δεν το απειλεί σοβαρά. Αμυχές μόνο φαίνονται και όχι ακρωτηριασμός. Επομένως επιχαίρει με το «κόμμα Καρυστιανού», γιατί βλέπει να ψαλιδίζεται ο Α. Τσίπρας και να μένει ζωντανός ο στόχος, όχι της… νίκης, αλλά της διατήρησης της δεύτερης θέσης. Η Ελληνική Λύση και η Πλεύση Ελευθερίας, που κάποια στιγμή φάνηκαν να το πλησιάζουν δημοσκοπικά, βρίσκονται ήδη σε διαδικασία ξεφουσκώματος. «Δεύτερος κι όλα καλά» ο Ν. Ανδρουλάκης.
Η «συμμαχία του Καπνεργοστασίου» απώλεσε ξαφνικά τη βάση στήριξή της. Η «διάχυτη δυσαρέσκεια» που έβλεπε και θέλησε να συνενώσει, ώστε η χώρα να πάψει να είναι «μη διακυβερνήσιμη», σπάει σε ακόμα μικρότερα και ανίσχυρα κομματάκια. Ακυρη και η εκδοχή της «λύσης από τα παλιά». Ενώ όλα δείχνουν -με μεγάλη πιθανότητα, όπως λένε και πρόσωπα που συμμετείχαν στις σχετικές διεργασίες- πως ο Α. Σαμαράς δεν θα προχωρήσει στη δημιουργία κόμματος, αλλά θα αρκεστεί στην υποστήριξη ενός μικρού υπάρχοντος κόμματος, που κινείται στα δεξιά της Ν.Δ.
Συμπέρασμα: Ολα δουλεύουν, παρά τα προβλήματα και τα λάθη, για να ενισχύσουν τον Κ. Μητσοτάκη ως τη μοναδική λύση για τη διακυβέρνηση της χώρας.
ΑΙΧΜΗ
ΑΛΛΟ ΜΠΛΟΚΑ, ΑΛΛΟ ΛΑΪΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
Δεν είναι γνωστό την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές αν το τμήμα των αγροτών που παραμένει στα μπλόκα κλείνοντας -όσο μπορεί- την κυκλοφορία θα ανταποκριθεί στη νέα και τελευταία πρόσκληση του Κ. Μητσοτάκη για συνάντηση στις 13 Ιανουαρίου, όταν θα βρίσκεται στο γραφείο του. Οι πρώτες αντιδράσεις είναι θετικές, αλλά αναμένονται οι τελικές αποφάσεις στις συσκέψεις του Σαββατοκύριακου. Υπό τις απαράβατες προϋποθέσεις: 1) Να είναι αντιπροσωπευτικό το κλιμάκιο της εκπροσώπησης των αγροτών, δηλαδή από όλα τα μπλόκα και όχι από τα μπλόκα που ελέγχουν συγκεκριμένα κόμματα. 2) Ο διάλογος να γίνει με ανοιχτούς δρόμους, χωρίς μπλόκα.
Ηδη, από χθες, μετά την ανακοίνωση των τελευταίων μέτρων από την πλευρά της κυβέρνησης, βγήκαν σε ζωντανή σύνδεση στους τηλεοπτικούς δέκτες οι σημαντικές διαφωνίες μπλόκων, στα οποία δεν ηγούνται κομματικά στελέχη του ΚΚΕ, της Πλεύσης Ελευθερίας ή του ΜέΡΑ25. Ούτε συνδικαλιστές που προέρχονται από τη Ν.Δ., αλλά βρέθηκαν με τη γίδα του ΟΠΕΚΕΠΕ-πλασματικές επιδοτήσεις. Η κοινωνία μετά από 40 μέρες έχει καθαρή εικόνα για το τι συνέβη και πόσο συνεχίζει να υποστηρίζει τα συγκεκριμένα αιτήματα στα οποία δικαίως δεν ανταποκρίνεται η κυβέρνηση και τη στάση που εξακολουθούν να τηρούν όσοι προδήλως δεν έχουν αγροτικά, αλλά πολιτικά αιτήματα. Αλλωστε, εξαρχής στα μπλόκα βρέθηκε λιγότερο από το 5% του αγροτικού κόσμου και των τρακτέρ που υπάρχουν στη χώρα.
Αυτά για τα οποία ασκείται πλέον κριτική, από μερίδα της κοινωνίας και άλλες επαγγελματικές ομάδες, είναι αφενός γιατί δεν υπάρχει ισότιμη αντιμετώπιση και των αιτημάτων κλάδων ελεύθερων επαγγελματιών και αφετέρου γιατί η κυβέρνηση, εφόσον προσέθετε διαρκώς στο καλάθι των παροχών στους αγρότες, δεν το έκανε ευθύς εξ αρχής, ώστε να μην υπάρχουν επί τόσες εβδομάδες μπλόκα στους δρόμους. Και τα δύο είναι πολιτικές αποφάσεις της κυβέρνησης για τις οποίες κρίνεται. Οπως κρίνονται και οι αγροτοσυνδικαλιστές των άκρων και του «τα θέλω όλα και τα θέλω τώρα».
Το κοντράστ της συμπεριφοράς τους με τη συμπεριφορά της συνδικαλιστικής ηγεσίας των εργαζομένων στις λαϊκές αγορές, που ήταν έτοιμοι για επ’ αόριστον κλείσιμο των λαϊκών. Εχοντας δίκαια αιτήματα. Οπως π.χ. το προφανές, ότι δεν μπορεί να δουλεύουν 250 μέρες τον χρόνο και να φορολογούνται για 365 μέρες. Το θέμα όμως λύθηκε σε ένα απόγευμα. Από την μία, ο έμπειρος ΥΠΑΝ, Τ. Θεοδωρικάκος, ο οποίος, σε συνεργασία με τους υφυπουργούς Οικονομικών, Γ. Κώτσηρα και Θ. Πετραλιά, αναγνώρισε τα δίκαια από τα αιτήματά τους και αμέσως δεσμεύτηκε για νομοθετική πρωτοβουλία, που θα ενισχύει τις λαϊκές αγορές προς όφελος και των παραγωγών και των καταναλωτών. Και από την άλλη, η ωριμότητα και ο ρεαλισμός των συνδικαλιστών των λαϊκών αγορών.
Χωρίς λαϊκές αγορές πολλοί καταναλωτές θα ήταν στο έλεος των πιο ακριβών τιμών των super markets και των μανάβικων. Καθόλου μικρό πρόβλημα σε καιρούς ακρίβειας. Σε αυτήν την περίπτωση, η κυβέρνηση πήγε εξ αρχής με καθαρή και δίκαιη γραμμή κι έναν «διαπραγματευτή» που ξέρει να μιλάει και τη γλώσσα της αγοράς και τη γλώσσα των λαϊκών αγορών.