Είναι η κυριαρχία και η ισχύς. Και για του λόγου το αληθές: Η επίμονη ενασχόληση του Ντόναλντ Τραμπ με τη Γροιλανδία λειτουργεί ως ωμή υπενθύμιση προς τους Ευρωπαίους -και όχι μόνο- ηγέτες ότι καμία συμφωνία δεν μπορεί να θεωρείται απολύτως δεδομένη.
Ανήγγειλε την επιβολή δασμών 10%, με προοπτική αύξησής τους στο 25% τον Ιούνιο, σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και η Δανία. Αφορμή αποτέλεσε η πρόθεσή τους να πραγματοποιήσουν συμβολικές στρατιωτικές ασκήσεις του ΝΑΤΟ στη Γροιλανδία, ως αντίδραση στις αμερικανικές επιδείξεις ισχύος.
Ουσιαστικά, όμως, διά της απειλής των δασμών, όσο και αν κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα η συμφωνία που επετεύχθη με την Ε.Ε. μόλις πριν από έξι μήνες, αυτό που αναζητεί ο Τραμπ είναι διπλό: είτε η ευρωπαϊκή στήριξη στις επιδιώξεις του είτε η περαιτέρω ρηγμάτωση στις εσωτερικές ευρωπαϊκές σχέσεις είτε και τα δύο μαζί. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος θα είναι κερδισμένος και η Ευρώπη χαμένη. Απλά είναι τα πράγματα.
Την ώρα που όλος ο κόσμος παρατηρεί ότι ο Πούτιν χάνει ολοένα και περισσότερους φίλους και συμμάχους λόγω της εμμονής του στις διεκδικήσεις του στον πόλεμο στην Ουκρανία, τον οποίο ξεκίνησε ο ίδιος και οι βλέψεις τού συστήματος που διοικεί, ο Ντ. Τραμπ φαίνεται αποφασισμένος να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο. Της διατάραξης των σχέσεων με τους συμμάχους, κάτι που -ιστορικά- σε κανέναν ηγέτη δεν έχει βγει σε καλό, παρά τα φαινομενικά πρόσκαιρα οφέλη του.
Το γνωρίζουν και στο κόμμα του Τραμπ. Οι Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές Thom Tillis και η Δημοκρατική Jeanne Shaheen προχώρησαν σε κοινή δήλωση, με την οποία παρότρυναν την κυβέρνηση να εγκαταλείψει τη ρητορική των απειλών και να στραφεί εκ νέου στη διπλωματία. Ως συμπρόεδροι διακομματικής ομάδας της Γερουσίας για το ΝΑΤΟ, τόνισαν ότι «η επιμονή σε αυτή την κατεύθυνση βλάπτει τις Ηνωμένες Πολιτείες, πλήττει τις αμερικανικές επιχειρήσεις και ζημιώνει τους συμμάχους τους».
Από το 2023 η Ε.Ε. διαθέτει νέο μηχανισμό που της επιτρέπει, όταν δέχεται οικονομικό, εμπορικό ή πολιτικό εκβιασμό, να περιορίσει την πρόσβαση αμερικανικών εταιριών στην ενιαία αγορά, να επιβάλει περιορισμούς σε επενδύσεις, υπηρεσίες ή δημόσιες συμβάσεις, να κινηθεί πιο γρήγορα και πιο επιθετικά από ό,τι στο παρελθόν. Αυτό θεωρείται το πιο ισχυρό και στρατηγικό εργαλείο της. Απέναντι σε όλα αυτά στέκεται η επιλογή της πολιτικής του διπλωματικού κατευνασμού. Γι’ αυτό λέμε ότι το παιχνίδι δεν είναι πια τόσο εύκολο όσο παλαιότερα.