Ο φυσιολόγος του αναπνευστικού συστήματος κι επικεφαλής του τμήματος αναπνευστικής περιβαλλοντικής υγείας στο The Kids Research Institute Australia Άλεξ Λαρκόμπ και ο συνάδελφός του Φίλιπ Μπίργουιθ, ομότιμος ερευνητικός συνεργάτης στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας, ερευνώντας τις επιπτώσεις της αύξησης των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στον ανθρώπινο οργανισμό, ήρθαν αντιμέτωποι με μια ανησυχητική ανακάλυψη.
Οι δύο επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα υγείας από τις ΗΠΑ που καλύπτουν διάστημα άνω των δύο δεκαετιών και διαπίστωσαν μεταβολές στη χημεία του αίματος των ανθρώπων που φαίνεται να αντανακλούν την αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν την Εθνική Έρευνα Υγείας και Διατροφής των ΗΠΑ, η οποία συγκέντρωσε μια πληθώρα πληροφοριών για την υγεία από περίπου 7.000 Αμερικανούς κάθε δύο χρόνια μεταξύ 1999 και 2020. Πρόκειται για «το πιο ολοκληρωμένο (σύνολο δεδομένων) μακράν όσον αφορά τη χημεία του αίματος», δήλωσε στο CNN ο Λαρκόμπ.
Έψαχναν για δείκτες στο αίμα που συνδέονται στενά με την ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που εισπνέουν οι άνθρωποι.
Ο άνθρωπος εξελίχθηκε σε μια ατμόσφαιρα όπου τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα παρέμεναν σχετικά σταθερά, γύρω στα 300 μέρη ανά εκατομμύριο (ppm). Ωστόσο, η καύση ορυκτών καυσίμων έχει οδηγήσει τα επίπεδα να εκτοξευθούν σήμερα σε πάνω από 420 ppm — υψηλότερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Καθώς αυξάνεται το διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, οι άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εισπνέουν μεγαλύτερες ποσότητες, γεγονός που αυξάνει την οξύτητα του αίματος. Ο οργανισμός διαθέτει μηχανισμούς για να αντισταθμίσει αυτό το φαινόμενο, μεταξύ των οποίων η παραγωγή και η κατακράτηση μεγαλύτερης ποσότητας διττανθρακικού άλατος από τα νεφρά, το οποίο διαδραματίζει βασικό ρόλο στον έλεγχο της οξύτητας του αίματος.
Τα μέσα επίπεδα διττανθρακικού άλατος στο αίμα έχουν αυξηθεί κατά 7% από το 1999, ακολουθώντας στενά την αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα κατά την ίδια περίοδο, σύμφωνα με τη μελέτη που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα στο περιοδικό Air Quality, Atmosphere and Health.
Εάν αυτές οι τάσεις συνεχιστούν, το διττανθρακικό άλας στο ανθρώπινο αίμα θα μπορούσε να «φτάσει σε επιβλαβή επίπεδα» μέσα στα επόμενα 50 χρόνια, κατέληξε η μελέτη.
Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης τα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο οργανισμός αντιμετωπίζει την ελαφρά οξύτητα του αίματος είναι τα οστά να απορροφούν μέρος του υπερβολικού διοξειδίου του άνθρακα και να το αποθηκεύουν ως ανθρακικό ασβέστιο και φωσφορικό ασβέστιο. Τα νεφρά μπορεί επίσης να γίνουν λιγότερο αποτελεσματικά στη συγκράτηση του ασβεστίου.
Με την πάροδο του χρόνου, τα επίπεδα και των δύο ουσιών στο αίμα μπορεί να παρουσιάσουν πτωτική τάση, όπως διαπίστωσε η έρευνα. Τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα μειώθηκαν κατά 2% και τα επίπεδα φωσφόρου κατά περίπου 7% κατά την ίδια περίοδο.
Εάν αυτές οι μειώσεις συνεχιστούν, τα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου ενδέχεται να πέσουν κάτω από τα φυσιολογικά όρια μέχρι το τέλος του αιώνα. Πρόκειται για «μόνιμες και αυξανόμενες αλλαγές στη χημεία του ανθρώπινου αίματος», σημειώνει η μελέτη.
Αν και τα στοιχεία υποδηλώνουν μια σύνδεση μεταξύ της αύξησης του διοξειδίου του άνθρακα και των μεταβολών στη χημεία του αίματος, οι συγγραφείς προειδοποιούν ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθεί αυτό.
Η μελέτη δεν έλαβε υπόψη άλλους πιθανούς παράγοντες που επηρεάζουν τα αποτελέσματα, όπως τη διατροφή των ατόμων, τα φάρμακα, τη νεφρική λειτουργία, τα ποσοστά παχυσαρκίας ή τον χρόνο που περνούν οι άνθρωποι σε κλειστούς χώρους, όπου τα επίπεδα CO2 τείνουν να είναι υψηλότερα.
«Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι αυτές οι αλλαγές που παρατηρούμε οφείλονται κατά 100% στην κλιματική αλλαγή», δήλωσε ο Λαρκόμπ. Ωστόσο, αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν, πρόσθεσε, αυτό αποτελεί μια ακόμη απόδειξη ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε την αύξηση της ρύπανσης από διοξείδιο του άνθρακα όχι μόνο ως περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά και ως μακροπρόθεσμο ζήτημα δημόσιας υγείας.
Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς ακριβώς θα επηρεαστούν οι άνθρωποι από τις αλλαγές στη χημεία του αίματος. Αποδεικνύεται ότι δεν είναι εύκολο να απαντηθεί αυτό, κυρίως επειδή υπάρχουν ελάχιστες έρευνες σε αυτόν τον τομέα.
Ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι ο οργανισμός μας θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις αυξήσεις του διοξειδίου του άνθρακα χωρίς αρνητικές επιπτώσεις, ακόμη και στα χειρότερα σενάρια της υπερθέρμανσης του πλανήτη, αναπνέοντας περισσότερο και αυξάνοντας την παραγωγή διττανθρακικού άλατος.
Ωστόσο, ο Λαρκόμπ δήλωσε ότι αυτό το επιχείρημα δεν λαμβάνει υπόψη τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της έκθεσης κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου. Υπάρχει ένας αυξανόμενος αριθμός ερευνών σε ζώα που υποδεικνύουν μετρήσιμες επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων νευρικών βλαβών και αλλαγών στον καρδιακό ρυθμό, σημειώνει η μελέτη.
Στους ανθρώπους, η βραχυπρόθεσμη έκθεση σε συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα που συνήθως απαντώνται σε εσωτερικούς χώρους έχει συνδεθεί με μειωμένες γνωστικές ικανότητες και ικανότητες λήψης αποφάσεων.
«Υπάρχουν απλώς όλα αυτά τα επιπλέον μικρά στοιχεία που συσσωρεύονται συνεχώς και δείχνουν ότι πιθανώς κάτι συμβαίνει εδώ», δήλωσε ο Λαρκόμπ. Ανησυχεί ιδιαίτερα για τις πιθανές επιπτώσεις στα παιδιά, τα οποία θα υποστούν τη μεγαλύτερη σωρευτική έκθεση.
Η Κρίστι Έμπι, καθηγήτρια παγκόσμιας υγείας στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη, δήλωσε ότι «το ζήτημα αυτό τίθεται κάθε λίγα χρόνια, οπότε δεν είναι καινούργιο», αλλά η παρακολούθηση των προηγούμενων μελετών ήταν περιορισμένη. Είπε ότι οι μελέτες σε ανθρώπους που αναφέρονται στην έκθεση υποδηλώνουν ότι ακόμη και σε υψηλότερα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα από αυτά που προβλέπονται σήμερα, δεν θα υπήρχαν «εμφανείς επιπτώσεις στην υγεία», αν και, πρόσθεσε, «αυτό δεν θα απέκλειε συνέπειες για ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες».
«Είναι ακόμα πολύ νωρίς», είπε ο Λαρκόμπ, και απαιτείται πολύ περισσότερη έρευνα, αλλά καθώς οι άνθρωποι συνεχίζουν να αυξάνουν τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα, είναι όλο και πιο σημαντικό να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις στην υγεία.
Το μήνυμα αυτής της μελέτης δεν είναι «ότι θα πεθάνουμε όλοι και ότι η κατάσταση είναι καταστροφικά κακή», είπε ο Λαρκόμπ, αλλά «ότι κάτι συμβαίνει και θέλουμε να το διερευνήσουμε περισσότερο».
Ειδήσεις Σήμερα
- Ο Σον Πεν έλαβε συμβολικό «Όσκαρ» φτιαγμένο από βομβαρδισμένο βαγόνι στην Ουκρανία [βίντεο]
- Explainer: Γιατί οι επιθέσεις αντιποίνων σε κοιτάσματα φυσικού αερίου συνιστούν σημαντική κλιμάκωση στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή
- Ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης για την απώλεια του πατέρα του: «Οι παραστάσεις εκείνης της περιόδου ήταν θεραπευτικές» [βίντεο]

