Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά, αναζητώντας ανακούφιση από μια ψυχική κατάσταση που συχνά επηρεάζει κάθε πτυχή της καθημερινότητάς τους.
Κι όμως, παρά τη σημαντική πρόοδο της ιατρικής, η επιστήμη εξακολουθεί να διερευνά τους ακριβείς μηχανισμούς με τους οποίους δρουν αυτά τα φάρμακα. Ένα άρθρο των New York Times επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ουσιαστικό ερώτημα: Πόσα γνωρίζουμε πραγματικά για την κατάθλιψη και τη θεραπεία της;
Δρ. Ευαγγελία Γκιόλια
Είναι τελικά η κατάθλιψη αποτέλεσμα μιας «χημικής ανισορροπίας» στον εγκέφαλο ή πρόκειται για μια πολύ πιο σύνθετη κατάσταση; Μπορεί ένα αντικαταθλιπτικό να περιορίσει τα συμπτώματα χωρίς να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες δυσκολίες ενός ανθρώπου; Και γιατί, ακόμη και σήμερα, η απόφαση να ζητήσει κάποιος βοήθεια συνοδεύεται συχνά από ντροπή, ενοχές και φόβο;
Η Δρ Ευαγγελία Γκιόλια, ψυχολόγος, μιλά στο ET Magazine και φωτίζει τις λιγότερο ορατές πλευρές της κατάθλιψης. Εξηγεί γιατί η φαρμακευτική αγωγή και η ψυχοθεραπεία μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, πώς οι αρνητικές σκέψεις παγιδεύουν τον άνθρωπο σε έναν φαύλο κύκλο και πόσο καθοριστικό ρόλο παίζουν οι σχέσεις, η μοναξιά και οι καθημερινές πιέσεις στην πορεία της ανάρρωσης.
Πάνω απ’ όλα, υπενθυμίζει ότι η κατάθλιψη δεν είναι ένδειξη αδυναμίας και ότι η ουσιαστική θεραπεία δεν περιορίζεται στην υποχώρηση των συμπτωμάτων. Είναι μια διαδικασία μέσα από την οποία ο άνθρωπος μπορεί να ξαναβρεί τη σύνδεση με τον εαυτό του, τους άλλους και τη ζωή.
Γιατί, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η Δρ Γκιόλια, «δεν αντιμετωπίζουμε μόνο τα συμπτώματα, φροντίζουμε έναν άνθρωπο στο σύνολό του».
1. Για χρόνια ακούγαμε ότι η κατάθλιψη είναι μια «χημική ανισορροπία». Τι αφήνει έξω αυτή η εξήγηση και πώς μπορούμε να μιλήσουμε πιο ουσιαστικά για όσα βιώνει ένας άνθρωπος με κατάθλιψη;
Για πολλά χρόνια, η κατάθλιψη εξηγούνταν ως μια «χημική ανισορροπία» στον εγκέφαλο. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Δεν υπάρχει μία μόνο αιτία που να εξηγεί την κατάθλιψη, ούτε ένας μηχανισμός που να ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Η εξήγηση της χημικής ανισορροπίας αφήνει έξω κάτι πολύ σημαντικό, τον ίδιο τον άνθρωπο και την ιστορία του. Τι έχει βιώσει; Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει; Πόσο καιρό πιέζεται; Πώς είναι οι σχέσεις του, η καθημερινότητά του, ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τον εαυτό του και το μέλλον του;
Η κατάθλιψη δεν είναι απλώς στενοχώρια. Είναι μια κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει τη σκέψη, τα συναισθήματα, τον ύπνο, την ενέργεια, τις σχέσεις και την ικανότητα ενός ανθρώπου να χαίρεται τη ζωή του. Μπορεί να έχει χάσει το ενδιαφέρον του για πράγματα που αγαπούσε, να δυσκολεύεται ακόμη και με τις πιο απλές καθημερινές δραστηριότητες ή να αισθάνεται ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη οφείλεται πάντα σε κάποια δύσκολη εμπειρία ή ότι είναι θέμα τρόπου σκέψης. Συμμετέχουν βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες, οι οποίοι αλληλεπιδρούν με διαφορετικό τρόπο σε κάθε άνθρωπο. Γι’ αυτό, θεωρώ σημαντικό να μην αναρωτιόμαστε μόνο τι συμβαίνει στον εγκέφαλο ενός ανθρώπου, αλλά και τι συμβαίνει στη ζωή του. Να μην τον ρωτάμε απλώς γιατί δεν μπορεί να συνέλθει, αλλά να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι βιώνει και τι είδους βοήθεια χρειάζεται.
Η κατάθλιψη δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα, ούτε έλλειψη θέλησης. Και ο άνθρωπος που τη βιώνει δεν χρειάζεται να ακούσει ότι πρέπει να προσπαθήσει περισσότερο. Χρειάζεται να τον κατανοήσουμε, να τον πάρουμε στα σοβαρά και να τον βοηθήσουμε να βρει τον κατάλληλο τρόπο αντιμετώπισης. Γιατί δεν αντιμετωπίζουμε μόνο τα συμπτώματα, φροντίζουμε έναν άνθρωπο στο σύνολό του.
2. Το ότι η επιστήμη εξακολουθεί να διερευνά πώς ακριβώς λειτουργούν τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να προκαλέσει ανασφάλεια. Πώς συζητάτε αυτές τις αβεβαιότητες με έναν θεραπευόμενο, χωρίς να κλονίζεται η εμπιστοσύνη του στη θεραπεία;
Θεωρώ ότι η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται όταν παρουσιάζουμε τα πράγματα ως απόλυτες βεβαιότητες, αλλά όταν μπορούμε να μιλάμε με ειλικρίνεια για όσα γνωρίζουμε και όσα εξακολουθούμε να διερευνούμε. Πράγματι, η επιστήμη δεν έχει εξηγήσει πλήρως όλους τους μηχανισμούς μέσω των οποίων δρουν τα αντικαταθλιπτικά. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε αν μπορούν να βοηθήσουν. Έχουμε επιστημονικά δεδομένα που δείχνουν ότι τα αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά για αρκετούς ανθρώπους, αν και δεν ανταποκρίνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο και δεν ωφελούνται όλοι στον ίδιο βαθμό.
Θα εξηγούσα, λοιπόν, στον θεραπευόμενο ότι δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε κάθε λεπτομέρεια για το πώς λειτουργεί μια θεραπεία, προκειμένου να αξιολογήσουμε αν μπορεί να βοηθήσει. Αυτό που έχει σημασία είναι να γνωρίζουμε τι περιμένουμε από αυτήν, ποια είναι τα πιθανά οφέλη και οι κίνδυνοι και πώς θα παρακολουθούμε την πορεία του. Παράλληλα, είναι σημαντικό να μην παρουσιάζουμε τα φάρμακα ως τη μοναδική λύση, ούτε να δημιουργούμε την εντύπωση ότι υπάρχει μία θεραπεία που ταιριάζει σε όλους. Ανάλογα με τις ανάγκες του ανθρώπου, μπορεί να χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή, ψυχοθεραπεία ή συνδυασμός των δύο. Η επιλογή γίνεται εξατομικευμένα, σε συνεργασία με τον κατάλληλο επαγγελματία υγείας.
Για μένα, το πιο σημαντικό είναι ο θεραπευόμενος να αισθάνεται ότι μπορεί να εκφράσει τις απορίες και τους φόβους του χωρίς να κριθεί. Δεν χρειάζεται να του υποσχεθούμε ότι όλα θα πάνε καλά. Χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς, να τον ενημερώνουμε και να αξιολογούμε μαζί την πορεία του. Η εμπιστοσύνη στη θεραπεία δεν απαιτεί να έχουμε όλες τις απαντήσεις. Χτίζεται με την ειλικρίνεια, τη σωστή ενημέρωση και την αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνος του απέναντι σε όσα δεν γνωρίζουμε ακόμη.
3. Μπορεί ένας άνθρωπος να αισθανθεί καλύτερα με τη φαρμακευτική αγωγή, αλλά να εξακολουθεί να δυσκολεύεται στις σχέσεις και στην καθημερινότητά του; Τι μπορεί να προσφέρει εκεί η ψυχοθεραπεία και πώς συνεργάζονται ψυχολόγος και ψυχίατρος;
Ναι, είναι απολύτως πιθανό. Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στη μείωση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι δυσκολίες του ανθρώπου έχουν αυτομάτως αντιμετωπιστεί. Μπορεί να αισθάνεται λιγότερη θλίψη ή να έχει περισσότερη ενέργεια, αλλά να εξακολουθεί να δυσκολεύεται να επικοινωνήσει, να θέσει όρια στις σχέσεις του, να διαχειριστεί τις συγκρούσεις ή να εμπιστευτεί ξανά τον εαυτό του. Αυτό συμβαίνει γιατί η ανακούφιση από τα συμπτώματα και η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και τους άλλους δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα.
Εδώ μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία. Προσφέρει έναν ασφαλή χώρο όπου ο άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει καλύτερα όσα βιώνει, να αναγνωρίσει μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς που τον δυσκολεύουν και να αναπτύξει νέους τρόπους διαχείρισης των συναισθημάτων και των σχέσεών του. Δεν αφορά μόνο το να αισθανθεί κάποιος καλύτερα, αλλά και το να μπορέσει σταδιακά να λειτουργεί καλύτερα στην καθημερινότητά του και να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες με περισσότερη αυτοπεποίθηση.
Όσο για τη συνεργασία ψυχολόγου και ψυχιάτρου, θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντική, όταν υπάρχει ανάγκη και δυνατότητα να γίνεται. Ο ψυχίατρος αξιολογεί την κατάσταση, αποφασίζει μαζί με τον ασθενή αν χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα και τις πιθανές παρενέργειές της. Ο ψυχολόγος, μέσα από την ψυχοθεραπεία, βοηθά τον άνθρωπο να κατανοήσει
βαθύτερα τις δυσκολίες του και να επεξεργαστεί όσα επηρεάζουν τη ζωή και τις σχέσεις του. Οι δύο προσεγγίσεις δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, με κοινό στόχο την ουσιαστική βελτίωση της ζωής του ανθρώπου, πάντα με σεβασμό στις ανάγκες του και με τη συγκατάθεσή του για τη συνεργασία των επαγγελματιών. Γιατί δεν αρκεί πάντα να μειωθεί ο ψυχικός πόνος. Σημασία έχει και το πώς ο άνθρωπος θα ξαναβρεί τη θέση του στη ζωή, στις σχέσεις του και στον ίδιο του τον εαυτό.

4. Στο άρθρο περιγράφεται ένας φαύλος κύκλος αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων. Πώς εκδηλώνεται αυτός στην καθημερινή ζωή και με ποιον τρόπο βοηθά η ψυχοθεραπεία τον άνθρωπο να αρχίσει να τον σπάει;
Ο φαύλος κύκλος των αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων μπορεί να ξεκινήσει από κάτι που, εξωτερικά, φαίνεται μικρό. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος στέλνει ένα μήνυμα και δεν παίρνει απάντηση. Μπορεί να σκεφτεί «δεν με θέλει», «κάτι έκανα λάθος» ή «κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για μένα». Αυτές οι σκέψεις προκαλούν θλίψη, άγχος ή απόρριψη και μπορεί να τον οδηγήσουν στο να αποσυρθεί, να αποφύγει την επικοινωνία ή να απομακρυνθεί από τους άλλους. Η απομόνωση, με τη σειρά της, ενισχύει την αρχική πεποίθηση ότι είναι μόνος του. Έτσι, δημιουργείται ένας κύκλος, οι αρνητικές σκέψεις επηρεάζουν τα συναισθήματα, τα συναισθήματα επηρεάζουν τη συμπεριφορά και οι συνέπειες της συμπεριφοράς μπορεί να ενισχύσουν τις αρχικές σκέψεις. Όταν αυτό επαναλαμβάνεται, ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει την αρνητική ερμηνεία των γεγονότων σαν να είναι η μοναδική αλήθεια.
Στην καθημερινότητα, αυτό μπορεί να εκδηλώνεται με αναβλητικότητα, αποφυγή δραστηριοτήτων, δυσκολία στις σχέσεις, έντονη αυτοκριτική ή την αίσθηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Όσο λιγότερο συμμετέχει κάποιος στη ζωή του, τόσο λιγότερες ευκαιρίες έχει να βιώσει κάτι θετικό που θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις αρνητικές του προσδοκίες.
Η ψυχοθεραπεία βοηθά τον άνθρωπο να αρχίσει να αναγνωρίζει αυτόν τον κύκλο και να κατανοεί πώς οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές του αλληλεπιδρούν. Δεν σημαίνει ότι του ζητάμε να σκέφτεται θετικά ή να αγνοεί τις δυσκολίες του. Τον βοηθά να εξετάζει αν οι ερμηνείες του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, να αναζητά εναλλακτικές οπτικές και να δοκιμάζει σταδιακά διαφορετικούς τρόπους αντίδρασης. Για παράδειγμα, αντί να απομονωθεί επειδή πιστεύει ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται για εκείνον, μπορεί να κάνει ένα μικρό βήμα επικοινωνίας με έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται. Μια τέτοια κίνηση δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα, αλλά μπορεί να δημιουργήσει μια διαφορετική εμπειρία και να ανοίξει έναν νέο δρόμο.
Το σημαντικό είναι ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουν όλα μέσα σε μία ημέρα. Αρκεί να αρχίσει ο άνθρωπος να αναγνωρίζει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί κάθε αρνητική σκέψη σαν να είναι γεγονός. Σταδιακά, μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία στον τρόπο που σκέφτεται, αισθάνεται και επιλέγει να δράσει.
5. Πόσο μπορεί να προχωρήσει η ανάρρωση όταν ο άνθρωπος επιστρέφει καθημερινά σε ένα περιβάλλον μοναξιάς, σύγκρουσης ή εξαντλητικής πίεσης; Ποιες αλλαγές και ποια υποστήριξη μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά;
Το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει ένας άνθρωπος μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την πορεία της ανάρρωσής του. Όταν κάποιος προσπαθεί να βελτιώσει την ψυχική του υγεία, αλλά επιστρέφει καθημερινά σε συνθήκες έντονης πίεσης, συγκρούσεων, μοναξιάς ή συναισθηματικής εξάντλησης, είναι πιθανό να δυσκολεύεται περισσότερο να ανακτήσει την ισορροπία του. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανάρρωση είναι αδύνατη όσο οι συνθήκες παραμένουν δύσκολες. Σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορούμε να εξετάζουμε την ψυχική υγεία αποκομμένη από την πραγματική ζωή του ανθρώπου. Δεν είναι εύκολο να ζητάμε από κάποιον να διαχειριστεί καλύτερα το άγχος του, όταν οι καθημερινές συνθήκες εξακολουθούν να τον επιβαρύνουν.

Γι’ αυτό, η θεραπευτική προσπάθεια δεν χρειάζεται να περιορίζεται μόνο στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Είναι σημαντικό να εξετάζουμε τι συμβαίνει στην καθημερινότητα του ανθρώπου και ποιες αλλαγές θα μπορούσαν να μειώσουν την επιβάρυνσή του. Η υποστήριξη μπορεί να πάρει πολλές, συγκεκριμένες μορφές. Για παράδειγμα, ένας σύντροφος μπορεί να αναλάβει ένα μέρος των καθημερινών υποχρεώσεων, ώστε ο άνθρωπος που δυσκολεύεται να έχει χρόνο για ξεκούραση και θεραπεία. Ένα μέλος της οικογένειας μπορεί να τηλεφωνεί τακτικά ή να προτείνει μια κοινή βόλτα, χωρίς να απαιτεί από τον άνθρωπο να είναι διαρκώς ευδιάθετος. Ένας φίλος μπορεί να ακούσει χωρίς να κρίνει ή να δίνει συνεχώς συμβουλές, λέγοντας απλώς «είμαι εδώ, θέλεις να μου πεις τι σε δυσκολεύει;».
Στον χώρο εργασίας, όπου αυτό είναι εφικτό, η καλύτερη κατανομή των υποχρεώσεων, η μείωση της υπερβολικής επιβάρυνσης ή μια προσωρινή προσαρμογή του ωραρίου μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά. Αντίστοιχα, όταν υπάρχουν συνεχείς εντάσεις στις οικογενειακές σχέσεις, η θέσπιση σαφών ορίων και, όπου ενδείκνυται, η συμβουλευτική ή η θεραπεία ζεύγους μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της κατάστασης. Αν υπάρχει κακοποίηση ή φόβος για την ασφάλεια κάποιου, προτεραιότητα είναι η προστασία του και η αναζήτηση εξειδικευμένης βοήθειας.
Υπάρχει, επίσης, η επαγγελματική και κοινωνική υποστήριξη. Η τακτική ψυχοθεραπεία, η παρακολούθηση από ψυχίατρο όταν χρειάζεται, η συμμετοχή σε μια ομάδα υποστήριξης ή η βοήθεια από κοινωνικές υπηρεσίες μπορούν να προσφέρουν σταθερότητα και πρακτικές λύσεις. Ακόμη και μικρές κινήσεις, όπως να συνοδεύσει κάποιος τον άνθρωπο σε ένα ραντεβού ή να τον βοηθήσει με μια υποχρέωση που του φαίνεται δυσβάσταχτη, μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
Βέβαια, δεν είναι όλες οι συνθήκες εύκολο να αλλάξουν άμεσα. Κάποιος μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να αλλάξει εργασία ή να απομακρυνθεί από ένα δύσκολο περιβάλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ψυχοθεραπεία μπορεί να τον βοηθήσει να αναγνωρίσει τις επιλογές που διαθέτει, να ενισχύσει τις ψυχικές του αντοχές, να θέσει όρια όπου είναι δυνατόν και να κάνει μικρά, ρεαλιστικά βήματα προς μια πιο υποστηρικτική καθημερινότητα. Η ανάρρωση δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο προσπαθεί ο ίδιος ο άνθρωπος, αλλά και από τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να ζήσει. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να λυθούν όλα τα προβλήματα για να αρχίσει να αισθάνεται καλύτερα. Χρειάζεται, όμως, να δημιουργήσουμε όσο γίνεται περισσότερες συνθήκες ασφάλειας, κατανόησης και πρακτικής βοήθειας, ώστε να μην καλείται να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες μόνος του.
6. Από την εμπειρία σας, ποια συναισθήματα συνοδεύουν την έναρξη αντικαταθλιπτικής αγωγής; Υπάρχουν ακόμη ντροπή, ενοχή ή η αίσθηση ότι «έπρεπε να τα καταφέρω μόνος μου» και πώς δουλεύονται αυτά στη θεραπεία;
Η έναρξη αντικαταθλιπτικής αγωγής μπορεί να συνοδεύεται από πολλά και συχνά αντικρουόμενα συναισθήματα. Κάποιοι άνθρωποι αισθάνονται ανακούφιση, γιατί επιτέλους κάνουν κάτι για να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Άλλοι, όμως, βιώνουν φόβο, αμφιβολία, ντροπή ή ενοχή. Μπορεί να αναρωτιούνται αν η κατάστασή τους είναι τόσο σοβαρή, αν θα αλλάξει η προσωπικότητά τους ή αν θα έπρεπε να είχαν καταφέρει να ξεπεράσουν τη δυσκολία τους χωρίς φάρμακα.
Η σκέψη «θα έπρεπε να τα καταφέρω μόνος μου» εξακολουθεί να υπάρχει, γιατί πολλοί άνθρωποι έχουν μάθει να συνδέουν τη δύναμη με την αντοχή και την αυτοδυναμία. Έτσι, η ανάγκη για βοήθεια μπορεί να βιώνεται ως προσωπική αποτυχία, αντί να αναγνωρίζεται ως μια ανθρώπινη ανάγκη. Στην ψυχοθεραπεία δεν μένουμε απλώς στο να καθησυχάσουμε τον άνθρωπο ότι δεν πρέπει να ντρέπεται. Προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι κρύβεται πίσω από αυτή τη ντροπή και πώς επηρεάζει τη συμπεριφορά του. Για παράδειγμα, διερευνούμε τι σημαίνει για εκείνον το να είναι δυνατός, από πού έχει μάθει ότι πρέπει να λύνει όλα τα προβλήματά του μόνος του και τι φοβάται ότι θα συμβεί αν παραδεχτεί πως δυσκολεύεται. Εξετάζουμε αν εφαρμόζει στον εαυτό του αυστηρότερα κριτήρια από εκείνα που θα χρησιμοποιούσε για έναν άνθρωπο που αγαπά. Αν, για παράδειγμα, θα έλεγε σε έναν φίλο που υποφέρει ότι είναι αδύναμος επειδή χρειάζεται θεραπεία ή αν θα τον ενθάρρυνε να φροντίσει τον εαυτό του.

Παράλληλα, δουλεύουμε με την αυτοκριτική και τις ενοχές. Βοηθάμε τον θεραπευόμενο να αναγνωρίζει πότε αντιμετωπίζει τις δυσκολίες του ως προσωπική αποτυχία και να διαχωρίζει την ευθύνη από την αυτοτιμωρία. Μαθαίνει σταδιακά να αναγνωρίζει τις ανάγκες του, να μιλά γι’ αυτές χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να απολογηθεί και να ζητά υποστήριξη όταν τη χρειάζεται. Η αλλαγή δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσα από τη συζήτηση. Φαίνεται και στην καθημερινότητα όταν ο άνθρωπος αρχίζει να μοιράζεται όσα τον δυσκολεύουν με έναν άνθρωπο που εμπιστεύεται, όταν σταματά να κρύβει τη θεραπεία του από φόβο μήπως κριθεί ή όταν αντιμετωπίζει την ανάγκη του για βοήθεια με λιγότερη αυστηρότητα. Δεν σημαίνει ότι θα εξαφανιστούν αμέσως η ντροπή και ο φόβος, αλλά ότι δεν θα καθορίζουν πλέον τόσο έντονα τις επιλογές του.
Φυσικά, η ψυχοθεραπεία δεν υποκαθιστά την ενημέρωση από τον ψυχίατρο σχετικά με τη φαρμακευτική αγωγή. Οι απορίες και οι ανησυχίες για τα φάρμακα χρειάζεται να συζητούνται ανοιχτά μαζί του, ώστε ο θεραπευόμενος να λαμβάνει τεκμηριωμένη ενημέρωση και να συμμετέχει στις αποφάσεις για τη θεραπεία του. Ο στόχος είναι ο άνθρωπος να πάψει να βλέπει την ανάγκη του για βοήθεια ως απόδειξη αδυναμίας και να αρχίσει να την αντιμετωπίζει ως μέρος της φροντίδας του εαυτού του. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει τα πάντα μόνος του. Χρειάζεται να μάθει ότι μπορεί να δυσκολεύεται, να ζητά βοήθεια και ταυτόχρονα να παραμένει ένας άνθρωπος με αξία και αξιοπρέπεια.
7. Πέρα από το «δεν νιώθω πια τόσο άσχημα», τι σημαίνει ουσιαστική ανάρρωση από την κατάθλιψη; Ποια σημάδια δείχνουν ότι ένας άνθρωπος ξαναβρίσκει τη σύνδεση με τον εαυτό του, τους άλλους και τη ζωή του;
Η ουσιαστική ανάρρωση από την κατάθλιψη δεν σημαίνει απλώς ότι μειώθηκαν τα συμπτώματα ή ότι ο άνθρωπος δεν αισθάνεται πια τόσο άσχημα. Σημαίνει σταδιακά να αρχίζει να ξαναβρίσκει τον εαυτό του και να αισθάνεται ότι συμμετέχει ξανά στη ζωή του, αντί απλώς να προσπαθεί να βγάλει τη μέρα.
Ένα πρώτο σημάδι είναι ότι αρχίζει να ενδιαφέρεται ξανά για πράγματα που είχαν χάσει τη σημασία τους. Μπορεί να απολαμβάνει μια συζήτηση, να θέλει να βγει μια βόλτα, να κάνει σχέδια για το μέλλον ή να αισθάνεται ξανά ευχαρίστηση σε μικρές καθημερινές στιγμές. Δεν χρειάζεται να νιώθει χαρά κάθε μέρα. Σημασία έχει να αρχίζει να υπάρχει χώρος για διαφορετικά συναισθήματα, όχι μόνο για θλίψη, κενό ή απελπισία.
Ένα δεύτερο σημάδι είναι η αλλαγή στη σχέση με τον εαυτό του. Ο άνθρωπος μπορεί να αρχίσει να αντιμετωπίζει τον εαυτό του με λιγότερη αυστηρότητα, να αναγνωρίζει τις ανάγκες και τα όριά του και να μην ερμηνεύει κάθε δυσκολία ως προσωπική αποτυχία. Αντί να κατηγορεί διαρκώς τον εαυτό του, μπορεί σταδιακά να αναγνωρίζει ότι έχει δυσκολίες, αλλά και δυνατότητες, και ότι δεν καθορίζεται αποκλειστικά από αυτές. Σημαντική είναι και η επανασύνδεση με τους άλλους. Μπορεί να αρχίσει να επικοινωνεί πιο ουσιαστικά, να εκφράζει τα συναισθήματά του, να ζητά βοήθεια και να αισθάνεται λιγότερο μόνος. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα αποκτήσει περισσότερες κοινωνικές επαφές, αλλά ότι θα μπορεί να δημιουργεί σχέσεις στις οποίες αισθάνεται ότι τον καταλαβαίνουν και μπορεί να είναι ο εαυτός του.
Η ανάρρωση φαίνεται, επίσης, στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την καθημερινότητα. Αρχίζει να αναλαμβάνει ξανά δραστηριότητες και ευθύνες, να οργανώνει τον χρόνο του και να κάνει σχέδια. Το σημαντικό, όμως, δεν είναι απλώς να επιστρέψει σε όλα όσα έκανε πριν. Είναι να αναγνωρίσει τι τον βοηθά, τι τον επιβαρύνει και ποιες αλλαγές χρειάζεται να κάνει ώστε να φροντίζει καλύτερα τον εαυτό του.
Στην ψυχοθεραπεία, αυτή η πορεία περιλαμβάνει και κάτι ακόμη, ο άνθρωπος αρχίζει να αναγνωρίζει νωρίτερα τα σημάδια ότι δυσκολεύεται, να κατανοεί τι τον επηρεάζει και να χρησιμοποιεί πιο αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης. Δεν σημαίνει ότι δεν θα έχει ξανά δύσκολες ημέρες ή ότι δεν θα βιώσει ποτέ απογοήτευση. Σημαίνει ότι μπορεί σταδιακά να διαχειρίζεται τις δυσκολίες χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει εντελώς τον έλεγχο της ζωής του.
Για μένα, ουσιαστική ανάρρωση είναι όταν ο άνθρωπος δεν προσπαθεί πλέον μόνο να απαλλαγεί από τον πόνο, αλλά αρχίζει ξανά να επιθυμεί, να συνδέεται, να επιλέγει και να κάνει σχέδια για τη ζωή του. Όταν δεν αναρωτιέται μόνο πώς θα αντέξει την επόμενη ημέρα, αλλά αρχίζει να σκέφτεται τι θέλει να κάνει με αυτήν. Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό, η ανάρρωση δεν σημαίνει ότι επιστρέφουμε απαραίτητα στον άνθρωπο που ήμασταν πριν από την κατάθλιψη. Μπορεί να σημαίνει ότι γνωρίζουμε καλύτερα τον εαυτό μας, κατανοούμε περισσότερο τις ανάγκες μας και χτίζουμε μια ζωή στην οποία αισθανόμαστε πιο ουσιαστικά παρόντες.




















