
Ο 91χρονος Γιόζι Κάντα, συνταξιούχος ηλεκτρολόγος και απρόθυμος «βασιλιάς», είναι από εκείνους τους ήρωες που δεν επιδιώκουν τη σημασία και ακριβώς γι’ αυτό τη συγκεντρώνουν επάνω τους με τρόπο αναπόφευκτο. Ο Κάντα δεν θέλει να κυβερνήσει, δεν θέλει να συμβολίσει, δεν θέλει να εμπνεύσει. Θέλει να χαθεί. Ομως ο κόσμος του Κρασναχορκάι δεν επιτρέπει την αφάνεια: Οποιος σιωπά γίνεται σύμβολο, όποιος αποσύρεται μετατρέπεται σε προφητεία.
Το μυθιστόρημα λειτουργεί σαν μια μακρά, σχεδόν μουσική φράση, όπου η αφήγηση κυλά χωρίς εμφανή σημεία ανάσας. Η γλώσσα δεν υπηρετεί την πλοκή· την καταπίνει. Και αυτή ακριβώς η επιλογή είναι που μετατρέπει την ανάγνωση σε δοκιμασία αντοχής. Ο Κρασναχορκάι δεν γράφει για να γίνει κατανοητός, αλλά για να γίνει βιωμένος.
Η σάτιρα εδώ δεν είναι ελαφριά· είναι πένθιμη. Οι βασιλόφρονες, οι μαθητές, οι επίδοξοι σωτήρες και οι τυχοδιώκτες δεν γελοιοποιούνται απλώς. Παρουσιάζονται ως αναπόφευκτα προϊόντα μιας κοινωνίας που δεν αντέχει το κενό νοήματος και γι’ αυτό κατασκευάζει μύθους με ό,τι υλικό βρίσκει πρόχειρο: αίμα, καταγωγές, παλιές δυναστείες, φαντασιώσεις τάξης.
Ο σκύλος-φύλακας, το «φραντζολάκι», δεν είναι απλώς ένα σκυλί, αλλά μια μεταφορά αναμονής, ελπίδας και σύνδεσης με την καθημερινότητα, αυτή την ίδια καθημερινότητα που ο Κρασναχορκάι εξαίρει και ταυτόχρονα στρέφει κριτικά.

Ο κόσμος του βιβλίου δεν είναι φόντο, αλλά ενεργό πεδίο, γεμάτο από θρησκοληψία, εθνικισμό και νοσταλγία για παρελθόν που ποτέ δεν υπήρξε όπως τον φανταζόμαστε, ένα τέλμα από το οποίο κανείς δεν ξέρει αν μπορεί να ξεφύγει.
Ο Κρασναχορκάι διατηρεί τα χαρακτηριστικά του μακροπερίοδου λόγου, της ροής σκέψης χωρίς διαλείμματα και της «προσευχής με λόγια», που απαιτεί από τον αναγνώστη να συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία της σημασίας. Δεν είναι ένα βιβλίο που μιλάει για να καθησυχάσει, αλλά που παρακινεί να προβληματιστείς μέσα στην ίδια τη ροή του λόγου. Αυτή η τεχνική, ίσως ενοχλητική για όσους αναζητούν παραδοσιακή αφήγηση, είναι ακριβώς αυτό που έχει καταστήσει τον Κρασναχορκάι ένα όνομα αναφοράς στις διεθνείς λογοτεχνικές συζητήσεις.
Κριτικά, πολλοί σχολιαστές έχουν επισημάνει πως δεν πρόκειται για «εύκολο» ανάγνωσμα, ούτε σε επίπεδο θεματολογίας ούτε σε γλωσσικό επίπεδο. Χρειάζεται συγκέντρωση, υπομονή και πίστη στη λογοτεχνία ως πράξη στοχασμού και όχι απλής ψυχαγωγίας. Δεν είναι για όλους, ούτε προσποιείται ότι είναι· αλλά για όσους αναζητούν μια ανάγνωση που να ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα του κόσμου μας, προσφέρει μια μοναδική εμπειρία που συνδυάζει σατιρικό σχολιασμό και υπαρξιακό βάθος.
Το «Πάει και το φραντζολάκι» δεν ζητά την αγάπη του αναγνώστη· ζητά τη συνενοχή του. Είναι ένα έργο που απαιτεί χρόνο, επιμονή και ανοχή στο σκοτάδι. Ομως, για όσους αποδέχονται αυτήν τη συνθήκη, προσφέρει κάτι σπάνιο: τη λογοτεχνία ως πνευματική δοκιμασία, όχι ως προϊόν. Και εκεί ακριβώς ο Κρασναχορκάι παραμένει, δικαίως, ένας συγγραφέας που δεν διαβάζεται μαζικά, αλλά μένει.

