
_Το «Κρυφό αίμα» θίγει τη ρίζα της οπαδικής βίας και των κοινωνικών αδιεξόδων. Ποιο ήταν το πιο δύσκολο «στρώμα της πραγματικότητας» που έπρεπε να αποκαλύψετε χωρίς να σοκάρει ή να ωραιοποιήσει τα γεγονότα;
Κατά τη διάρκεια της πραγματολογικής έρευνας που προηγήθηκε της συγγραφής βρέθηκα αντιμέτωπος με στοιχεία που συγκλονίζουν. Η ευκολία που νέοι άνθρωποι μπορούν να απορροφηθούν από τα κυκλώματα που ελέγχουν τις κερκίδες, ας το πω έτσι, από τη γοητεία της έντασης, των εύκολων χρημάτων, από την υποταγή στην ομάδα, η ευκολία αυτή, λοιπόν, είναι ανατριχιαστική και φυσικά εξαιρετικά ανησυχητική. Εκείνο που με απασχόλησε ιδιαίτερα ήταν το πώς να μεταφέρω στις γραμμές που θα διαβάσει ο αναγνώστης αυτό το στοιχείο, χωρίς να δίνω άφεση, αλλά και χωρίς να καταδικάζω με ευκολία κι εγώ.
_Ο αστυνόμος Απτόσογλου εμφανίζεται πιο εύθραυστος από ποτέ. Πώς η δική σας αντίληψη για την ανθρώπινη ψυχολογία επηρέασε τον τρόπο που γράψατε τη δική του εσωτερική σύγκρουση;
Είμαι από τους ανθρώπους που υποστηρίζουν πως είμαστε προϊόντα των κοινωνικών συνθηκών στις οποίες διάγουμε τον βίο μας. Σε μεγάλο βαθμό μάς καθορίζουν και οι οικογενειακές σχέσεις, καθώς και η κοινωνία με τους θεσμούς της, από όλους τους οποίους κυριότερος είναι το σχολείο. Στο τέλος, βέβαια, όλα αυτά καθορίζουν τις επιλογές μας.
Ο Απτόσογλου είναι και αυτός προϊόν των δικών του φορτίων. Από βιβλίο σε βιβλίο αλλάζει, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με συγκρούσεις και διλήμματα και με συμβάντα που απειλούν τη ζωή του.
Στο βιβλίο αυτό, καθώς επανέρχεται από έναν βαρύτατο τραυματισμό, βρίσκεται αντιμέτωπος με το δίλημμα: να καταστείλει ή να προσπαθήσει να σώσει νέους που έχουν εμπλακεί με τον οπαδισμό. Η απάντηση που δίνει στο δίλημμα αυτό είναι σύμφωνη με το αξιακό του σύστημα.

_Το βιβλίο δεν αναπαριστά μόνο τη βία, αλλά και τη σιωπή της κοινωνίας. Αν μπορούσατε να δώσετε μια «φωνή» σε αυτή τη σιωπή, τι θα έλεγε στους αναγνώστες;
Η εξοικείωση με τη βία οδηγεί στην κανονικοποίησή της, να θεωρούμε, δηλαδή, πως είναι εντάξει να χτυπάμε, να βρίζουμε χυδαία, να προσβάλλουμε, να μειώνουμε, να σκοτώνουμε. Αν είχε φωνή η σιωπή, θα έλεγε στους αναγνώστες να μην ασχολούνται και πολύ, να κρύψουν κάτω από το χαλί τα δύσκολα και σκληρά φαινόμενα, αυτά που δεν έχουν άμεσες λύσεις, αυτά που πρέπει να κοπιάσουμε για να τα αντιμετωπίσουμε, όπως είναι η ανήλικη παραβατικότητα και βία.
_Αν και η έρευνά σας στηρίχθηκε σε πραγματικά περιστατικά και συνεντεύξεις, το μυθιστόρημα δεν ταυτίζεται με αυτά. Πώς βρήκατε την ισορροπία μεταξύ αλήθειας και μυθοπλασίας, ώστε το κείμενο να γίνει ταυτόχρονα σοβαρό και λογοτεχνικό;
Είχα εξαρχής στο μυαλό μου πως δεν πρέπει να είναι ένα βιβλίο που εξιδανικεύει, που καταγγέλλει, που γοητεύει, που κολακεύει. Θέλησα το βιβλίο να αποτυπώνει τα πράγματα γύρω από την οπαδική βία και την ανήλικη εκδοχή της στο ανθρώπινο επίπεδο. Είμαστε όλοι άνθρωποι με τις αδυναμίες και τα πάθη μας, με τα αξιακά μας συστήματα, με τις οικογενειακές μας δυσκολίες, με τις συνθήκες που μας διαμόρφωσαν και μας διαμορφώνουν.
Έψαξα, λοιπόν, να βρω την ισορροπία ανάμεσα στη μυθοπλασία και την αλήθεια διαμορφώνοντας τους χαρακτήρες στο βιβλίο μου όσο πιο κοντά γίνεται στην πραγματικότητα. Ήθελα οι ήρωές μου να είναι γήινοι, να είναι οικείοι, αυτό που λέμε άνθρωποι της διπλανής πόρτας, εύκολα αναγνωρίσιμοι, καθώς διαβάζει κανείς τις γραμμές του βιβλίου.
_Οι νέοι στο βιβλίο παρασύρονται σε επικίνδυνες ομάδες, χάνοντας την ατομικότητά τους και την αίσθηση της πραγματικότητας. Πώς νομίζετε ότι η κοινωνία και οι ενήλικες μπορούν να αντιληφθούν αυτά τα «σήματα κινδύνου» νωρίς, πριν η βία γίνει τρόπος ζωής για τους νέους;
Η βία γίνεται τρόπος ζωής όσο αυτή γίνεται αποδεκτή. Οσο την ανεχόμαστε ως κοινωνία, ως κάτι φυσιολογικό, και δεν την αντιμετωπίζουμε ως πραγματικό και πολύ επικίνδυνο πρόβλημα.
Τα σημάδια, τα σήματα κινδύνου, όπως λέτε, είναι τις περισσότερες φορές εμφανή. Τα παιδιά αποσύρονται από τους κύκλους που έκαναν παρέα ή γίνονται πολύ επιθετικά ή προσπαθούν να κρυφτούν ή τροποποιούν τη συμπεριφορά τους.
Εμείς, ως ενήλικες, θα πρέπει να επιδιώκουμε να παραμένουμε συνδεδεμένοι με τα παιδιά μας. Να κρατούμε την επαφή μας. Να μην προσπαθούμε μόνο να τιμωρήσουμε ή να καταστείλουμε.
Θα ήταν μεγάλη επιτυχία της κοινωνίας εάν οι νέοι άνθρωποι, οι ανήλικοι στα χρόνια της εφηβείας, ένιωθαν πως οι γονείς τους και η κοινωνία είναι κοντά τους.

