Μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης και σε στενό οικογενειακό κύκλο έγινε ο τελευταίος αποχαιρετισμός στον γνωστό ηθοποιό Στέφανο Ληναίο, την Τετάρτη 22 Απριλίου, στην αίθουσα τελετών του Αποτεφρωτηρίου Ριτσώνας, όπως ήταν και η τελευταία του επιθυμία. Ο Στέφανος Ληναίος έφυγε από τη ζωή στις 18 Απριλίου 2026 σε ηλικία 98 ετών. Η σύζυγός του Έλλη Φωτίου, συγγενείς και φίλοι είπαν το τελευταίο αντίο υπό τους ήχους τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι από την ταινία «Το Κλωτσοσκούφι», που ακούστηκαν στο πιάνο του Αποτεφρωτηρίου. Επίσης, ακούστηκαν τα τραγούδια «Μιας πεντάρας νιάτα» του Γιώργου Ζαμπέτα, «Άρνηση» του Μίκη Θεοδωράκη, «Το Ακορντεόν» και «Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία» του Μάνου Λοΐζου.

Ο ίδιος είχε περιγράψει σε παλαιότερη συνέντευξή του ότι από νεαρή ηλικία έμαθε να λειτουργεί με γνώμονα την προσφορά: «Δεν θέλω να διορθώσω τον κόσμο. Απλώς από μικρός έμαθα από την οικογένειά μου ότι πρέπει στη ζωή κανείς να είναι ωφέλιμος. Και ως άνθρωπος και ως επαγγελματίας», είχε σημειώσει, υποδεχόμενος τότε δημοσιογράφους στο θέατρο Αλφα μαζί με τη σύζυγό του Ελλη Φωτίου, με την οποία συμπορεύτηκε για δεκαετίες σε ζωή και σκηνή.
Τη δυσάρεστη είδηση έκανε γνωστή η κόρη του καταξιωμένου ηθοποιού, Μαργαρίτα Μυτιληναίου κάνοντας μία συγκινητική ανάρτηση στο Facebook την Τετάρτη (22.04.2026).
«Καλό σου ταξίδι, πατέρα.
Έφυγες πλήρης και πλήρης ημερών, χαμογελαστός και γεμάτος αγάπη. Μεγάλο πράγμα.
Όλη σου τη ζωή πάλεψες για αυτό που θεωρούσες έντιμο, δίκαιο και Δημοκρατικό.
Αγώνες, αγωνίες, εξορίες, οικονομικές καταστροφές, πολιτικές απογοητεύσεις- όλα τα αντιμετώπισες. Όλα τα ξεπέρασες.
Ο δρόμος που περπάτησες είχε πολλή μοναξιά αλλά και μεγάλες νίκες.
Θέατρο, ραδιόφωνο, κείμενα σε εφημερίδες, βιβλία, συνδικαλισμός. Σε όλα άφησες το ισχυρό σου αποτύπωμα.
Για καλό κατευόδιο σου χαρίζω τον ήλιο της Άνοιξης, την ευωδιά του λουλουδιού της νεραντζιάς, τη γεύση του παγωτού καϊμάκι και τη θέα του Μεσσηνιακού κόλπου που τόσο αγαπούσες. Α, και έναν ελληνικό καφέ σαν αυτόν που έπινες κάθε απόγευμα με την μαμά.
Αυτά, πατέρα.
Καλό δρόμο…», έγραψε η κόρη του, Μαργαρίτα Μυτιληναίου.

Ο Στέφανος Ληναίος (Διονύσιος Μυτιληναίος του Γεωργίου και της Κυριακής) γεννήθηκε το 1928 στη Μεσσήνη και σπούδασε στη Σχολή Θεάτρου του Σωκράτη Καραντινού, στο Μορφωτικό Σύλλογο «Αθήναιον», ενώ φοίτησε επίσης στην Πάντειο και στη δραματική σχολή R.A.D.A. στο Λονδίνο. Υπήρξε από τους πρώτους εκφωνητές ειδήσεων του ΕΙΡ στα στούντιο του Ζαππείου και έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο το 1954 στο Θέατρο Κοτοπούλη, συμμετέχοντας στη συνέχεια σε μεγάλο αριθμό αθηναϊκών σκηνών έως το 1967.
Δραστηριοποιήθηκε έντονα και συνδικαλιστικά, ως ιδρυτικό μέλος της κίνησης «Δωδέκατη Αυλαία» και του «Άρματος Θεάτρου», ενώ διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του ΣΕΗ την περίοδο 1965–1967, μέχρι τη διάλυση του σωματείου από τη δικτατορία.
Κατά την περίοδο 1967–1970 έζησε αυτοεξόριστος στο Λονδίνο, συμμετέχοντας στον αντιδικτατορικό αγώνα, συνεργαζόμενος με το BBC και τη Deutsche Welle, ενώ συμμετείχε και σε καλλιτεχνικές ομάδες που παρουσίαζαν πολιτικά και λογοτεχνικά κείμενα κατά της χούντας σε πανεπιστήμια της Αγγλίας.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1970, ίδρυσε μαζί με την Ελλη Φωτίου το «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο» και ανέπτυξε πολυετή δραστηριότητα στο Θέατρο Αλφα, ανεβάζοντας περισσότερα από 40 έργα ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου, πολλά εκ των οποίων σκηνοθέτησε ο ίδιος.
Σημαντικές θεατρικές του επιτυχίες υπήρξαν έργα όπως «Καληνύχτα Μαργαρίτα», «Δεν Πληρώνω Δεν Πληρώνω», «Τυχαίο Ατύχημα», «Έμποροι της Δόξας» και άλλα, ενώ στον κινηματογράφο συμμετείχε σε ταινίες όπως «Μιας Πεντάρας Νιάτα», «Η Κόμησα της Φάμπρικας» και «Αγάπη και Θύελλα».
Ιδιαίτερη ήταν η σχέση του με το έργο του Ντάριο Φο, τον οποίο θεωρούσε σημαντική επιρροή, αναγνωρίζοντας τη δημιουργική του ελευθερία και τον σατιρικό του χαρακτήρα, στοιχεία που επηρέασαν και τις δικές του θεατρικές επιλογές.
Ο Ληναίος είχε επίσης σύντομη ενασχόληση με την πολιτική, καθώς εξελέγη δημοτικός σύμβουλος το 1986 και βουλευτής το 1989, χωρίς όμως να συνεχίσει κοινοβουλευτικά, καθώς, όπως είχε δηλώσει, προτιμούσε την τέχνη από την πολιτική.
Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε ενεργός πνευματικά, αρθρογραφώντας και παρεμβαίνοντας δημόσια για κοινωνικά ζητήματα, ενώ συχνά επαναλάμβανε ότι δεν επιδίωξε ποτέ την προβολή, αλλά την αλήθεια της τέχνης.

