Σε ένα αβέβαιο και ασταθές διεθνές περιβάλλον, η ικανότητα ενός κράτους να λειτουργεί, να δρα και να αποφασίζει με αυτονομία και σιγουριά αποδεικνύεται σωτήρια. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την οικονομική σταθερότητα.
Την ώρα που οι στρατιωτικές επιχειρήσεις βάζουν φωτιά στις τιμές του πετρελαίου και ανεβοκατεβάζουν τις τιμές της ενέργειας, η Ελλάδα έχει το πλεονέκτημα της δημοσιονομικής σταθερότητας και της οικονομικής ανάπτυξης. Σε αντίθεση με μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη που παλεύουν με τα ελλείμματα, στη χώρα μας εφαρμόζονται μέτρα στήριξης της κοινωνίας. Κάτι που δεν θα ήταν εφικτό αν δεν είχε προηγηθεί η εφαρμογή πολιτικών που στηρίζουν την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα.
Την περασμένη εβδομάδα μπήκαν και επισήμως τίτλοι τέλους σε κάθε δημοσιονομική επιτήρηση της χώρας. Η απόφαση της Ε.Ε. να αφαιρέσει την Ελλάδα από την ομάδα των κρατών με μακροοικονομικές ανισορροπίες επιβεβαιώνει την εντυπωσιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ομως, ενώ οι εταίροι μας συγχαίρουν την ελληνική κυβέρνηση, η εγχώρια αντιπολίτευση επαναφέρει την τοξική ρητορεία και τον λαϊκισμό της μνημονιακής περιόδου.
Το δίλημμα αν πρέπει να ευημερούν οι αριθμοί ή οι άνθρωποι δεν υπάρχει. Διότι, για να προκόβουν οι πολίτες, πρέπει πρώτα να έχουν αποκατασταθεί οι αριθμοί. Και αυτό δεν είναι κάτι που είναι θεωρητικό, αλλά έχει καθαρή λογιστική αξία. Κάθε φορά που οι διεθνείς οίκοι αναβαθμίζουν την ελληνική οικονομία, υπάρχει θετική επίπτωση στην πραγματική λειτουργία της αγοράς, δηλαδή στον τρόπο και τους όρους που οι τράπεζες χορηγούν δάνεια, στη λειτουργία των επιχειρήσεων, στους μισθούς, στις νέες θέσεις εργασίας. Αλλά αυτό είναι ένα μάθημα που δεν το έχουν ακόμα μάθει οι φιλόδοξοι, πλην όμως ανεπαρκείς, ηγέτες της αντιπολίτευσης.