
- Η Μαρία Σαντά ζει ανάμεσα στη σκηνή και τη σιωπή. Τι σημαίνει για εσάς η φράση «οι στάχτες της σιωπής» που διαπερνά το βιβλίο;
Πρόκειται για το άγονο τοπίο της ζωής αυτής της ηλικιωμένης πλέον γυναίκας – πολλά χρόνια ηθελημένης σιωπής που κατακάθισαν μέσα της σαν στάχτη καμένων συναισθημάτων, επιθυμιών και διαψεύσεων. Η Μαρία Σαντά δεν στερήθηκε ούτε τα φώτα ούτε τις συναναστροφές ούτε την ορμή του έρωτα. Εζησε έντονα, αλλά σε κάποια φάση επέλεξε να αποσυρθεί στο μοναχικό καταφύγιό της. Η σιωπή της θυμίζει τις παύσεις στις θεατρικές ερμηνείες. Πυκνές παύσεις, φορτισμένες, ευθύβολες σαν ακονισμένες λέξεις. Αυτή η κατ’ επιλογήν στάση καθορίζει και το αφήγημα της ζωής της. Με έναν «αστερίσκο» όμως, εξίσου σημαντικό για τη μυθιστορία: Αν δεν υπέκυπτε στο μοιραίο λάθος να μπερδέψει το θέατρο με την αληθινή ζωή, ενδεχομένως όλα να εξελίσσονταν αλλιώς.
- Ο χρόνος λειτουργεί σχεδόν ως χαρακτήρας. Τι σας ώθησε να αφηγηθείτε μια ζωή μέσα από τη φθορά του;
Σωστά το εντοπίζετε, ο χρόνος είναι ο αθέατος πρωταγωνιστής του βιβλίου. Ολοι και όλα περιστρέφονται γύρω από την αναπόδραστη φθορά που φέρνει στις ψυχές των ηρώων. Ιδιαιτέρως της Μαρίας Σαντά, η οποία ισορροπεί ανάμεσα στη ματαιοδοξία και τη ματαίωση. Δεν επέλεξα τυχαία άλλωστε ως τον πιο εμβληματικό ρόλο της καριέρας της την Αλεξάνδρα ντε Λάγκο, από το «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τενεσί Ουίλιαμς, μια γυναίκα που βίωσε την έκθεση στη μεγάλη οθόνη σαν «αμείλικτο καθρέφτη». Γι’ αυτό και η αφήγηση της ζωής της, αν και γραμμική, μοιάζει περισσότερο με βυθοσκόπηση. Αυτό τουλάχιστον θέλησα να κάνω, καθώς εκείνο που συνεχίζει να με ερεθίζει συγγραφικά είναι η σκοτεινή πλευρά των χαρακτήρων. Ενδεχομένως αυτό είναι και το αόρατο νήμα που συνδέει τα μυθιστορήματά μου, αν και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους: η φθορά που δημιουργεί ρωγμές ώστε να δούμε τους ήρωες, να τους καταλάβουμε, αν θέλετε, καλύτερα.

- Το έργο έχει έντονη κινηματογραφική υφή. Σας επηρέασε η αισθητική του ελληνικού σινεμά των 50s στη γραφή;
Δεν θα εστίαζα στο ελληνικό σινεμά των 50s, αν και θα συμφωνήσω μαζί σας για τον «κινηματογραφικό» ρυθμό. Αυτός είναι ο τρόπος που γράφω: σε πρώτο επίπεδο υπάρχει ένα αφηγηματικό τέμπο, αλλά με «υπόγεια ρεύματα» που διατρέχουν το βιβλίο. Oπως αυτά που λέγαμε πριν, η δύναμη της σιωπής ή η φθορά του χρόνου… O,τι έχω να πω το λέω μέσα από το κτίσιμο των χαρακτήρων, γι’ αυτό και η σχέση μου με την πλοκή της ιστορίας παραμένει προσχηματική. Το «Eξι λεπτά ακόμα» δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι ένα μυθιστόρημα για μια γυναίκα που πάλεψε με αντιφατικά μεγέθη που σημάδεψαν τη ζωή της, όπως για παράδειγμα τη μοναξιά αλλά και τη ματαιοδοξία. Οι επιρροές που έχω από το σινεμά, αλλά και το θέατρο, είναι εμφανείς και χρωματίζουν την αφήγηση.
- Οι γυναίκες στο μυθιστόρημά σας κουβαλούν μνήμες και ενοχές. Είναι και ένας φόρος τιμής στις «σιωπηλές» πρωταγωνίστριες της ζωής;
Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι γυναίκες σε αυτό το μυθιστόρημα κυριαρχούν ως χαρακτήρες. Κι αυτό δεν αφορά μόνο την κεντρική ηρωίδα, αλλά πολύ περισσότερο τις γυναίκες που στέκονται δίπλα της, πίσω της, ακόμα και απέναντί της. Μια τέτοια «σιωπηλή» πρωταγωνίστρια είναι η μάνα της, η Κερασία, μια φαινομενικά εύθραυστη γυναίκα που επέλεξε να ζήσει στη σκιά ενός αυταρχικού άντρα. Η «απόδρασή» της ήταν τα βαμμένα νύχια της, σαν να τραβούσε με εκείνο το κόκκινο μανόν μια ξεκάθαρη γραμμή: τα όριά της. Λέω κάπου: «Δεν ήταν μάνα η Κερασία. Ούτε σύζυγος ούτε κόρη. Αδελφή υπήρξε σ’ ολόκληρη τη ζωή της». Κι αυτό επειδή είναι το αντίθετο μισό της δίδυμης αδελφής της, επιλέγοντας να ορθώσει γύρω της ένα τείχος σιωπής. Δεν πρόκειται ακριβώς για δειλία, αλλά για μια κοινωνική σύμβαση.
- Αν τα «έξι λεπτά ακόμα» ήταν τα δικά σας, όχι της Μαρίας, πώς θα τα ξοδεύατε: γράφοντας, αγαπώντας ή σιωπώντας;
Δεν είναι εύκολη η απάντηση… Γιατί αν δεν διανύσεις και το τελευταίο χιλιόμετρο δεν μπορείς να ξέρεις τι ακριβώς εκκρεμεί μέσα σου. Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι δεν θα ήθελα να σπαταλήσω τα τελευταία έξι λεπτά γράφοντας. Οπότε σκέφτομαι το «αγαπώντας», αν και φοβάμαι πως μπορεί να ακουστεί κάπως γλυκερό, κάτι που σιχαίνομαι. Καταλήγω στο ότι δεν αποκλείω τη σιωπή, την οποία αποζητώ ακόμα και τώρα που η ζωή μου χαρακτηρίζεται από μεγάλη εξωστρέφεια. Κάθε βιβλίο, ξέρετε, είναι ένας τρόπος για να κατανοήσει ο συγγραφέας λίγο καλύτερα τον εαυτό του. Προσωπικά το βιώνω ως μια άσκηση αυτογνωσίας, ένα εσωτερικό ταξίδι με «όχημα» ήρωες της φαντασίας μου. Υπ’ αυτήν την έννοια, η Μαρία Σαντά υπήρξε συνοδοιπόρος μου…

