Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας των επιτυχιών «Ζουλού» και «Οκαβάνγκο» βρέθηκε στο Θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης» για μια καθηλωτική συζήτηση με τίτλο «Η ομορφιά του κόσμου υπό απειλή». Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Φερέ ξεδιπλώνει το «ροκ» ταμπεραμέντο του, τις κοινωνικές του ανησυχίες, τη μάχη του ενάντια στην πολιτική ορθότητα της εποχής και τη βαθιά του εκτίμηση για το ελληνικό κοινό.
Κύριε Φερέ, μετά τις αχανείς, εξωτικές εκτάσεις των προηγούμενων βιβλίων σας, επιστρέφετε στη Βρετάνη των παιδικών σας χρόνων για τη «Μαγκαλί». Είναι τελικά πιο επώδυνο για έναν συγγραφέα νουάρ να ανατέμνει το κακό όταν αυτό συμβαίνει στο ίδιο του το «σπίτι» αντί για την άλλη άκρη του κόσμου;
Είναι κυρίως πιο δύσκολο! Στον δικό σου τόπο, πρέπει να αναμετρηθείς με το ίδιο σου το παρελθόν, με όσα οφείλεις να γνωρίζεις. Το κακό, δυστυχώς, βρίσκεται παντού. Αυτό που με εξέπληξε και μου έδωσε το κίνητρο για το βιβλίο είναι ότι το χωριό των παιδικών μου χρόνων ήταν -και παραμένει- πολύ ήσυχο. Ομως η εποχή έχει αλλάξει· πλέον είναι μια μικρή πόλη και οι άνθρωποι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους όπως παλιά…
Η Μαγκαλί Μπλαντέν δολοφονήθηκε το 2021, αν και είχε ζητήσει βοήθεια από τους θεσμούς. Με τη «Μαγκαλί», επιλέξατε να γράψετε ένα True Crime. Πιστεύετε ότι το σύγχρονο νουάρ οφείλει να σταματήσει να αντιμετωπίζει τις γυναικοκτονίες ως «οικογενειακά δράματα» και να τις αναδεικνύει ως δομικό κοινωνικό έγκλημα;
Απολύτως. Ενα τέτοιο έγκλημα, πριν από 20 ή 30 χρόνια, θα είχε αντιμετωπιστεί ως ένα απλό, νοσηρό αστυνομικό χρονικό («στα ψιλά των εφημερίδων»). Σήμερα, οι γυναικοκτονίες έχουν δυστυχώς μετατραπεί σε κοινωνικό φαινόμενο. Επειδή μιλάμε περισσότερο γι’ αυτές; Υπάρχει ένα πολύ γνωστό τραγούδι στη Γαλλία από τη δεκαετία του 1970, το «Requiem pour un fou» (Johnny Hallyday). Αφηγείται μια γυναικοκτονία μέσα από τα μάτια του δολοφόνου και, σε τελική ανάλυση, το θύμα παρουσιάζεται να είναι ο ίδιος «επειδή την αγαπούσε τόσο πολύ». Είναι να τρελαίνεται κανείς.
Οταν γράφει κανείς για μια τόσο νωπή, πραγματική τραγωδία, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πέσει στην παγίδα της νοσηρής περιέργειας (voyeurism) και της εκμετάλλευσης του πόνου. Πού μπαίνει το όριο ανάμεσα στη δημοσιογραφική έρευνα και τον σεβασμό της ιδιωτικότητας μιας ζωντανής, πληγωμένης κοινότητας;
Μια γαλλική εφημερίδα μού καταλόγισε ακριβώς αυτή τη νοσηρή περιέργεια και, καθώς έτσι λειτουργεί η εποχή μας, αυτό ήταν το άρθρο που αναπαράχθηκε περισσότερο, ξεχνώντας όλους τους φεμινιστικούς αγώνες για την ορατότητα και την καταδίκη αυτών των εγκλημάτων. Προφανώς, καμία οικογένεια ή συγγενής θύματος δεν θέλει να συζητιέται το θέμα δημόσια. Οταν όμως ένα έγκλημα επαναλαμβάνεται, δεν ανήκει σε κανέναν. Αντίθετα, πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτό για να μην ξανασυμβεί, να δούμε τους μηχανισμούς του κακού.
Ζητώ συγγνώμη για τον νόμο του Γκόντγουιν (Point Godwin), και αυτήν την ακραία σύγκριση, αλλά είναι σαν να μου λέτε ότι πρέπει να αποσιωπούμε τα εγκλήματα που γίνονται στη Γάζα ή από τη Χαμάς, μόνο και μόνο για να μην ταραχθούν οι συγγενείς των θυμάτων! Αυτός ο δήθεν «σεβασμός» είναι μια βολική δικαιολογία για να επιβάλλεται σιωπή. Καταλήξαμε να μην επιτρέπεται να θίξουμε κανέναν: ούτε τους θρησκευτικούς φανατικούς -ισλαμιστές ή ευαγγελιστές-, επειδή θίγεται η αρρωστημένη ευαισθησία τους, ούτε τα ναζίδια του Τραμπ και των ομοίων του, για να μην τους κακοκαρδίσουμε. Πού βαδίζουμε; Εντάξει, ξεφεύγω, αλλά όλα αυτά συνδέονται. Είναι η γενικότερη τάση της εποχής μας να κρύβει το κακό κάτω από το χαλί.
Στο «Οκαβάνγκο» (Εκδόσεις Αγρα) η βία στρέφεται κατά της φύσης μέσω του λαθροκυνηγιού. Στη «Μαγκαλί», στρέφεται κατά της γυναίκας. Βλέπετε μια κοινή, πατριαρχική ρίζα σε αυτή την ανάγκη του σύγχρονου πολιτισμού να επιβάλλεται και να καταστρέφει ό,τι θεωρεί «ιδιοκτησία» του;
Απολύτως. Σχεδόν πάντα οι άνδρες κρατούν τον ρόλο του δημίου, οι ίδιοι άνδρες που θέλουν να κατέχουν τα πάντα, σαν κακομαθημένα παιδιά που γραπώνουν τα παιχνίδια τους. Στην περίπτωση της λαθροθηρίας, η κινητήριος δύναμη είναι η απληστία. Στη βία κατά των γυναικών, όμως, το κίνητρο είναι η καθαρή, ωμή κυριαρχία.
Η φιλοσοφία της απόλυτης ελευθερίας, που για μένα είναι η πιο ευγενής και εκλεπτυσμένη μορφή σκέψης, απεχθάνεται κάθε είδους υποταγή. Τι νόημα έχει, αλήθεια, να κρατάς έναν σκλάβο ή μια σκλάβα στο κρεβάτι σου, απλώς για να υπηρετεί τη μικρότητά σου; Πού κρύβεται ο σεβασμός, ο αληθινός σεβασμός;
Απεχθάνομαι βαθιά την έννοια της ιδιοκτησίας. Αυτός είναι και ο λόγος που με γοητεύει η ηθική ανωτερότητα της φιλοσοφίας των αυτοχθόνων, κάτι που θα φανεί καθαρά και στο επόμενο, «ινδιάνικο» μυθιστόρημά μου.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΧΕΤΕ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΨΥΧΗΣ
Σε μια εποχή που κυριαρχείται από γρήγορη πληροφορία και αλγορίθμους, μπορεί ακόμα ένα στρατευμένο, πολιτικό νουάρ βιβλίο να αφυπνίσει συνειδήσεις ή κινδυνεύει να γίνει απλώς μια «εξωτική απόδραση» για τον αναγνώστη;
Κατ’ αρχάς, είστε υπέροχοι εσείς οι Ελληνες. Και δεν το λέω για να σας χαϊδέψω τα αφτιά. Μόλις βγήκα από ένα μικρό μπαρ-σνακ στην παραλία των Χανίων (με καλούν, έρχομαι, προσέξτε!). Ο ιδιοκτήτης ήταν απλώς αξιολάτρευτος, όπως και οι περισσότεροι Ελληνες που συναντώ. Εχετε ένα σπάνιο, αυθεντικό μεγαλείο ψυχής.
Νιώθω, λοιπόν, βαθιά κολακευμένος που οι ιστορίες μου σας αγγίζουν. Αυτό σημαίνει ότι μοιραζόμαστε την ίδια ευαισθησία – κι αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο για έναν συγγραφέα. Δεν θέλω οι σελίδες μου να είναι απλώς μια μακρινή απόδραση· θέλω να είναι «ροκ». Οπως η μουσική, έτσι κι εγώ ελπίζω να σας αρπάξω, να σας ταρακουνήσω για όση ώρα διαρκεί το κομμάτι και να σας πετάξω σε μια γωνιά, με την ψυχή συγκλονισμένη. Να ζήσουμε κάτι δυνατό μαζί.

