Μόνο που αυτή τη φορά έμοιαζε διαφορετικό. Σαν να είχε κρατήσει μέσα του κάτι από όλες εκείνες τις κουβέντες, τις διαφωνίες, τις αγκαλιές και τις ιστορίες που ακούστηκαν τις προηγούμενες επτά ημέρες.
Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο με το Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων. Δεν τελειώνει όταν πέφτει η αυλαία. Συνεχίζει να υπάρχει μέσα σε όσους πέρασαν έστω και για λίγο από τις εκδηλώσεις του.
Από τις 22 έως τις 28 Ιουνίου, τα Χανιά έγιναν ξανά το σημείο όπου συναντήθηκαν άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου με μια κοινή γλώσσα. Εκείνη του βιβλίου. Περισσότεροι από διακόσιοι συγγραφείς, ποιητές, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, μεταφραστές και άνθρωποι του πολιτισμού από δεκαοκτώ χώρες έδωσαν ζωή σε περισσότερες από εκατόν τριάντα εκδηλώσεις. Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Οι εικόνες όμως είναι εκείνες που μένουν.
Το θέμα της φετινής διοργάνωσης, «Κόσμοι σε σύγκρουση», δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρο. Πόλεμος και ειρήνη, δημοκρατία και αυταρχισμός, ταυτότητα, μνήμη, σύνορα, Τεχνητή Νοημοσύνη και ανθρώπινη δημιουργία. Μεγάλες λέξεις που στην καθημερινότητα συχνά μένουν αφηρημένες, στα Χανιά όμως απέκτησαν πρόσωπο και φωνή.
Ξεχωριστή στιγμή της προφεστιβαλικής περιόδου ήταν η παρουσία του Ορχάν Παμούκ στα Χανιά, σε μια συζήτηση που άνοιξε από νωρίς τον διάλογο γύρω από τα μεγάλα ρήγματα της εποχής και τον τρόπο που η λογοτεχνία μπορεί ακόμη να τα κοιτάζει κατάματα.
Οι συζητήσεις που ακολούθησαν μέσα στην εβδομάδα κινήθηκαν συχνά γύρω από τον πόλεμο, τη Μέση Ανατολή, την Ουκρανία και τη θέση της δημοκρατίας σε έναν κόσμο που μοιάζει να ξαναμοιράζεται. Δεν έμειναν στη θεωρία. Πέρασαν μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, διαφορετικές οπτικές και έντονες αντιπαραθέσεις, που όμως είχαν πάντα έναν κοινό παρονομαστή: την ανάγκη να ειπωθούν πράγματα, ακόμη κι αν πονάνε.
Σπουδαίοι δημιουργοί από την Ελλάδα και το εξωτερικό βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι. Ο Τζόναθαν Κόου, ο Λεονάρδο Παδούρα, η Κέιτι Κιταμούρα, ο Αλαν Χόλινγκχερστ, ο Χάρι Κούνζρου, ο Γκίντεον Λεβί, η Χανάν Ασράουι και πολλοί ακόμη μίλησαν όχι μόνο για τα βιβλία τους, αλλά για τον κόσμο όπως διαμορφώνεται γύρω μας. Δίπλα τους περισσότεροι από εκατόν ογδόντα Ελληνες συγγραφείς, ποιητές, πανεπιστημιακοί και δημοσιογράφοι έδωσαν τη δική τους οπτική, δείχνοντας ότι η ελληνική σκέψη παραμένει παρούσα και ανήσυχη.
Ξεχωριστές ήταν οι συζητήσεις που άγγιξαν τις πληγές της εποχής. Η Μέση Ανατολή, οι πόλεμοι, η άνοδος της Ακροδεξιάς, η θέση της γυναίκας, η κρίση της δημοκρατίας και ο ρόλος της λογοτεχνίας απέναντι στη βία. Δεν υπήρξαν εύκολες απαντήσεις, ούτε μεγάλα συνθήματα. Υπήρξε όμως κάτι πιο δύσκολο και πιο αληθινό. Η διάθεση να ακουστεί ο άλλος.
Η Κρήτη είχε και φέτος τον δικό της πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ιστορία του τόπου, ο Νίκος Καζαντζάκης, η θάλασσα, η μνήμη και η σύγχρονη κρητική δημιουργία έγιναν αφορμή για συζητήσεις που γέμισαν τις αίθουσες. Ηταν όμορφο να βλέπεις επισκέπτες από το εξωτερικό να ανακαλύπτουν μια πλευρά του νησιού πέρα από τις εικόνες των διακοπών.
Το ίδιο ζωντανή ήταν και η συνάντηση της λογοτεχνίας με τις άλλες τέχνες. Η ποίηση, η μουσική, το θέατρο, ο κινηματογράφος, οι εικαστικές εκθέσεις και τα εργαστήρια έδειξαν πως ένα βιβλίο δεν τελειώνει όταν κλείσει. Συνεχίζει να γεννά εικόνες, ιδέες και νέες αφηγήσεις.
ΟΙ «ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ»
Ιδιαίτερη χαρά έδωσε η παρουσία νέων ανθρώπων. Μαθητές, φοιτητές, οικογένειες. Ισως εκεί να βρίσκεται και η πιο ουσιαστική επιτυχία του φεστιβάλ. Μεγαλώνει μαζί με το κοινό του.
Και ύστερα υπάρχουν οι άνθρωποι που χωρίς αυτούς καμία σκηνή δεν θα άναβε τα φώτα της.
Η Κυριακή Μπεϊόγλου είναι ένας από αυτούς. Η ψυχή του Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων. Δεν φαίνεται πάντα, αλλά είναι παντού. Στη ροή, στις λεπτομέρειες, στις δύσκολες στιγμές που δεν γράφονται στο πρόγραμμα. Δίπλα της, ο διευθυντής του φεστιβάλ, Μανώλης Πιμπλής, με καθαρό όραμα και σταθερό προσανατολισμό σε έναν θεσμό που χρόνο με τον χρόνο ανοίγει περισσότερο, χωρίς να χάνει την ουσία του. Μαζί με τους συνεργάτες του, χτίζουν κάτι που δεν κυνηγά εντυπώσεις αλλά διάρκεια.
Ενα μεγάλο ευχαριστώ αξίζει στον Βασίλη Κιμούλη, στην Παυλίνα Μάρβιν, στη Ζωή Γεωργούλα, στην Αθηνά Χαριτάκη, στον Λευτέρη Μπλέτσα και στην Αναστασία Γιαννακοπούλου με την ομάδα φοιτητών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, που μετέφεραν καθημερινά τον παλμό του φεστιβάλ.
Και φυσικά στους εθελοντές. Σε εκείνα τα πρόσωπα που έκαναν τα δύσκολα να μοιάζουν απλά.
Θερμές ευχαριστίες αξίζουν και στον δήμαρχο Χανίων, Παναγιώτη Σημανδηράκη, και στην Περιφέρεια Κρήτης για τη σταθερή στήριξη.
Φεύγοντας από τα Χανιά, δεν πήρα μαζί μου μόνο σημειώσεις, φωτογραφίες και συνεντεύξεις. Πήρα πρόσωπα. Πήρα ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ στο επίσημο πρόγραμμα. Πήρα εκείνη την όμορφη βεβαιότητα ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν να συναντιούνται γύρω από ένα βιβλίο, να διαφωνούν με σεβασμό και να ακούν ο ένας τον άλλον, υπάρχει ακόμη ελπίδα. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που άφησε πίσω του το 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων. Οχι οι αριθμοί. Οχι τα μεγάλα ονόματα. Οι άνθρωποι.

