Στην τρίτη του ταινία, μετά το «Tungsten» και το «Δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό», ο Γιώργος Γεωργόπουλος προσγειώνεται στο τατάμι του τζούντο και αφηγείται την ιστορία ενηλικίωσης της νεαρής αθλήτριας Δάφνης (Μορτ Κλωναράκη), η οποία εγκαθίσταται στην Αθήνα από την Ικαρία υπό την επίβλεψη του προπονητή της, Γιούρι (Βαγγέλης Μουρίκης), καθώς ο δεύτερος βλέπει σε εκείνη το ταλέντο που θα τον επαναφέρει στο προσκήνιο.
Η πορεία ασφαλώς προς το βάθρο δεν θα είναι ανέφελη, καθώς ο ανταγωνισμός είναι έντονος, παλιές υποθέσεις που δεν έχουν κλείσει έρχονται ξανά στην επιφάνεια και, πάνω από όλα, μιλάμε για τον κόσμο του πρωταθλητισμού, ο οποίος δεν σου επιτρέπει τον εφησυχασμό και απαιτεί τη διαρκή εγρήγορσή σου, ακόμα και όταν νιώθεις σίγουρος για τον εαυτό σου.
Ο Γιώργος Γεωργόπουλος το γνωρίζει το τελευταίο αρκετά καλά, καθώς έχει κάνει και ο ίδιος τον κύκλο του στο τζούντο στην εφηβική του ηλικία. «Πολλά πράγματα έχουν ασφαλώς αλλάξει από τότε που εγώ ήμουν ενεργός στο άθλημα αλλά βρήκα πολλά οικεία στοιχεία όταν επέστρεψα για την ταινία», λέει στον «Ε.Τ.». Και προσθέτει: «Ο κόσμος των σπορ, και του τζούντο ιδιαίτερα, μου έμαθε πως τα πράγματα έχουν δομή, με αρχή, μέση και τέλος. Μου έμαθε επίσης πώς να διαχειρίζομαι την ήττα. Αν δεν είχα ασχοληθεί με το άθλημα, θα ήμουν ένας πολύ διαφορετικός άνθρωπος σήμερα», σημειώνει.
Ο ίδιος μάλλον φαίνεται να διαχειρίζεται την ήττα στωικά. Σε ερώτησή μας πώς θα αντιδρούσε αν η ταινία δεν πήγαινε καλά εισπρακτικά, ο Γιώργος Γεωργόπουλος απαντά αφοπλιστικά: «Δεν χάλασε ο κόσμος αν η ταινία δεν είναι καλή ή αν δεν κόψει πολλά εισιτήρια. Μέσα στο πρόγραμμα είναι κι αυτό. Κανείς δεν πέθανε επειδή μια ταινία δεν κατάφερε να προσελκύσει τον κόσμο και δεν άφησε αποτύπωμα στο πέρασμά της».
Και θυμόμαστε την προηγούμενη σκηνοθετική του προσπάθεια, το «Δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό», μια ενδιαφέρουσα μαύρη κωμωδία, που η έξοδός της στις αίθουσες συνέπεσε με την πανδημία το 2021 και δεν είχε την πορεία που θα της άξιζε.
«Παραδόξως, εκείνη η ταινία είχε ως θέμα της μια περίεργη πανδημία, έναν ιό που μεταδιδόταν με τη σεξουαλική επαφή», διαπιστώνει ο σκηνοθέτης, που δηλώνει παράλληλα ότι δεν είναι στόχος του να φτιάξει μια συγκεκριμένη σκηνοθετική ταυτότητα, αναγνωρίσιμη από το κοινό. Σε αντίθεση με τους μεγάλους δημιουργούς της 7ης Τέχνης, αλλά και του πολιτισμού γενικότερα, ο Γιώργος Γεωργόπουλος τονίζει ότι «προτιμώ να μιλάνε για τις ταινίες μου παρά για εμένα. Θα ήθελα να ξέρουν τις ταινίες μου αλλά εγώ να παρέμενα άγνωστος».
Τον ρωτήσαμε και για το μεγάλο κινηματογραφικό θέμα των ημερών, τη δήλωση του Βιμ Βέντερς στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, ότι ο κινηματογράφος δεν πρέπει να είναι πολιτικός. Και εδώ ο σκηνοθέτης δείχνει συγκατάβαση. «Αγαπάμε τον Βιμ Βέντερς και αγαπάμε και τις ταινίες του. Μια ατυχής δήλωσή του δεν μπορεί να σβήσει το έργο του και την αγάπη που τρέφουμε για αυτό. Ολοι κάνουμε λάθη κάποια στιγμή. Δεν μπορείς να είσαι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να δώσεις τη “σωστή” απάντηση σε καθετί που σε ρωτάνε», υποστηρίζει.
Info
«Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ»
Σενάριο – σκηνοθεσία: Γιώργος Γεωργόπουλος
Πρωταγωνιστούν: Μορτ Κλωναράκη, Βαγγέλης Μουρίκης, Τάσος Νούσιας, Γιούλα Μπούνταλη