Εχουν περάσει πια σχεδόν εξήντα χρόνια από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου στο περίφημο νότιο κηπάριο της μεγάλης μας πλατείας στην Καλαμάτα να βαδίζει προχωρημένο σούρουπο της Κυριακής με ακουμπισμένο το χέρι στη χούφτα του πατέρα.
«Γιατί να μην μπούμε κι εμείς απόψε, μπαμπά; Μόλις άρχισε η ταινία. Προλαβαίνουμε ακόμη, γκρίνιαξα ναζιάρικα και τον τράβηξα. Βουγιουκλάκη παίζει. Πάμε γρήγορα». «Οταν θα παίξει άλλη ταινία της, θα τη δεις την Αλίκη. Στο υπόσχομαι». Ηταν από εκείνα που ο πατέρας με άφηνε να καταλάβω μόνη μου με τον καιρό. Φυσικά και «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» ήταν πιο ηθικοπλαστικό από «Το Δόλωμα» εκείνης της βραδιάς, σκεφτόμουν χρόνια αργότερα.
Στο διάστημα αυτό ένιωσα να μεγαλώνω λίγο παραπάνω, καθώς έφερνα στον νου τη γιαγιά όλο συμπεράσματα -χωρίς να εγκρίνει- για τη νεαρή δεσποινίδα θεία μου, που έβγαινε τα Σαββατόβραδα του καλοκαιριού και μπορεί να αργούσε: «Μμ, πάλι στον κινηματόγραφο θα έχει πάει… Καλοκαιριάτικα, μέσ’ στα σκοτάδια…». Μιλούσε για τον χώρο που μόνο απ’ έξω είχε δει λες κι ήταν ένας διαφθορέας, που θα παρέσυρε την κόρη της. Μπορεί να μην είχε τόσο άδικο…
Κάποτε, στο τέλος των γυμνασιακών μου χρόνων, ήρθε ο δικός μου πρώτος έρωτας. Δύο θερινά σινεμά στην απομακρυσμένη από το κέντρο παραλία έκρυψαν εκείνη την πρώτη αγάπη. Στα «Αστέρια», και στην κυριολεξία κάτω από τ’ αστέρια, μακριά από τις γνωστές φυσιογνωμίες και προστατευμένοι από την ψηλή μάντρα, -όχι πως κι εκεί δεν κινδυνεύαμε από κάποιον γνωστό- ρισκάραμε τα πρώτα ραντεβού. Φιλιά παθιασμένα στο σκοτάδι, και το χέρι του, περασμένο στην πλάτη μου, χάιδευε τον ώμο μου προστατευτικά, ανιχνευτικά -το τιραντάκι της μπλούζας όλο να πέφτει κι εγώ όλο και να το σηκώνω υποκριτικά… Ο μαγικός χώρος του παραλιακού θερινού σινεμά μάς είχε «πάει» εκείνη την πρώτη φορά «Από εδώ ως την αιωνιότητα» σε μια δίωρη κοινή και φοβισμένη απόλαυση, μοιρασμένη ανάμεσα σε αυτούς που υποδύονταν τους ερωτευμένους και εμάς που τους παρακολουθούσαμε και νιώθαμε ίδια τους καημούς τους. Πώς να ξεχάσω όμως και μια άλλη στο «Σινέ-Ακτή», αφού εκεί δεν μπόρεσα ούτε τη Μονρόε να χαζέψω ούτε ένα φιλί να ξεκλέψω; Μού φαινόταν ότι με είχε δει ένας γνωστός, που θα πήγαινε τα μαντάτα στους δικούς μου! Και τότε… αλίμονο!

Στο μεταξύ, δύο χρόνια πριν, η Μεταπολίτευση είχε φέρει την ποιοτική ανανέωση με φιλμ απαγορευμένα από τη χούντα. Η φασαρία να ξέρουν οι δικοί μου ότι θα δω το «Ζ» ή τον «Θίασο» στάθηκε μάταιη. Ευτυχώς που αυτές οι ταινίες παίχτηκαν στο ημιθερινό «Σινέ-Κάστρο» στη Λεωφόρο Σταθμού, σημερινή Τράπεζα Πειραιώς.
Εκείνη όμως την πρώτη φορά της παιδικής ηλικίας, το ξύλο είχε βγει από τον Παράδεισο, κι εγώ επιτέλους «είχα αρχίσει καριέρα» σε μια από τις μαγείες του καλοκαιριού. Ουρά για το εισιτήριο, και πάντοτε έτσι θα συνέβαινε, αφού στη θερινή β΄ ή και γ΄ προβολή ήταν φθηνότερο. Ο όγκος και το ύψος του μπροστινού με ζόριζαν, μέχρι που ψήλωσα αρκετά. Τα φώτα έπεσαν κάποτε εντελώς. Η λευκή δέσμη της μηχανής φάνηκε από το καμαράκι της προβολής και στα πλαϊνά μπαλκόνια βγήκαν οι τζαμπατζήδες. Τι τυχεροί! Πιο τυχεροί οι ένοικοι στα πιο ψηλά, που δεν τους εμπόδιζαν το γιασεμί και το αγιόκλημα, οι γλυσίνες και οι πρωινές δροσιές, που ορθώνονταν στις μάντρες. Οι ευωδιές τους ανακατεύονταν με τα ξηροκάρπια, που ψήνονταν για το διάλειμμα. «Στραγάλια, φιστίκια, πασατέμπος, ξεροψημένααα!» φώναζε ο μικροπωλητής με το καλάθι κρεμασμένο στο μπράτσο.
Και μετά πάλι σιωπή και σκοτάδι και χαρωπή αγωνία για την κακομαθημένη μαθήτρια του φιλμ. Και τι δεν είδα! Αξέχαστη η γκλάβα του Αυλωνίτη, η ταχύτητα του Βέγγου, το μπρίο του Ηλιόπουλου και η βλάχικη επιτήδευση του Χατζηχρήστου, που εκνεύριζε τον πατέρα. Σπάνια σε αυτήν την έξοδο της Κυριακής γινόμαστε τρεις μαζί με τη μάνα. Εκείνη αγαπούσε τις μεγάλες ξένες πρωταγωνίστριες! Ταινίες με τις ντίβες έφερνε το «Τριανόν», στην ταράτσα του ομώνυμου μεγάρου με το ζαχαροπλαστείο και τη χειμερινή αίθουσα. Τις ξένες καλές παραγωγές του χειμώνα τις βλέπαμε σ’ εκείνην την ταράτσα. Δεν τη θυμάμαι όμως πολύ καλά. Μόνο ότι δύο φορές την εγκαταλείψαμε άρον άρον.
Ο συνοικιακός και κοντινός στο σπίτι «Σινέ Μέλα» των δυτικών προαστίων ήταν το σουξέ με τα ξαδέρφια για το καλοκαίρι του ’68 και του ’69. Εισιτήριο πιο φθηνό και εμείς οι τέσσερις θαμώνες δύο φορές την εβδομάδα και… ασυνόδευτοι! Τρεις δεκαετίες αργότερα μπήκα για πρώτη φορά και στον «Κήπο της Εδέμ». Οι μοσχοβολιστές πρασιές στις μάντρες ήταν όπως παλιά, μου είπαν, μα οι μικροπωλητές έλειπαν, στα γύρω μπαλκόνια δεν κρέμονταν τζαμπατζήδες κι η αλλοτινή ατμόσφαιρα είχε αφεθεί στην αναπόλησή μου, καθώς η Ούμα Θέρμαν, μια νέα ντίβα, ακροβατούσε στους Avengers. Την ίδια εποχή, τους εραστές του σινεμά φιλοξενούσε και ο θερινός «Απόλλων», στην ταράτσα του χειμερινού «Βακαλοπούλειον». Τελευταία μου ταινία εκεί η «Γεύση Κερασιού» του Κιαροστάμι, ένα ύμνος στη ζωή. Και μετά σιωπή και των τελευταίων δύο παραδείσων για χρόνια!
Το θερινό σινεμά στην πόλη μου, με σύγχρονα μέσα προβολής, όψιμα τη νέα χιλιετία, συνεχίζει ως Κινηματογραφική Λέσχη σε χώρο που μοιάζει με τους παλιούς. Δεν είναι πια κρυφό καταφύγιο ερωτευμένων, ούτε η έξοδος είναι λαϊκή ή οικογενειακή.
Η μαγεία μπορεί να μην έχει σωθεί, ο ποιοτικός όμως κινηματογράφος ευημερεί άπαξ της εβδομάδος!


