Πάνε 20-30 χρόνια τώρα από τότε που γύρισε στην Αθήνα, ύστερα από μια 5ετή απουσία του στα βάθη της Ανατολίας. Οι συναναστροφές του και η εργασία του του χτυπούσαν συνεχώς ένα καμπανάκι από τότε που επέστρεψε. Αναφορικά με την κατάσταση που επικρατούσε. Τίποτε όμως εξωτερικά δεν το επιβεβαίωνε.
Τα τοπία ήταν ίδια, η πόλη όμοια όπως την άφησε. Κι όμως, η καθημερινή επαφή με τον κόσμο, που έχει την ικανότητα να διαμορφώνει τον χώρο, του έλεγε, κάπου μέσα του, πως τίποτα δεν ήταν ίδιο. Αδυνατούσε να εντοπίσει με ακρίβεια όχι μόνο τι είδους ήταν αυτή η αλλαγή, αυτό το διαφορετικό που τον ενοχλούσε και τον έκανε να μην καταλαβαίνει πολλά πράγματα στους ανθρώπους και στις συμπεριφορές τους, μα κι από πού προερχόταν.

Από τον συγγραφέα Θανάση Λιακόπουλο
Κι ενώ οι δουλειές του έτρεχαν καθημερινά, όχι διαφορετικές, ούτε περισσότερες απ’ ό,τι τα προηγούμενα χρόνια, προ εκείνης της πενταετίας απουσίας του, ίσως μόνο διαφορετικού επιπέδου, πιο σημαντικού θα λέγαμε, άρχισαν να έρχονται οι πρώτες απογοητεύσεις. Δουλειές που δεν ευδοκίμησαν, υποχρεώσεις που δεν εκπληρώθηκαν, ατυχίες, αναποδιές, αιφνίδιοι θάνατοι οικείων και συνεργατών… Είχε περάσει ήδη ένας χειμώνας παραμονής στην Αθήνα, είχαν κάτσει όλα τα στραβά μαζί, αντικειμενικά οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά, είχαν επισυμβεί τα μύρια δεινά και το καλοκαίρι τον βρήκε εν μέσω φουρτούνας και μόνιμης θαλασσοταραχής.
Είχε αρχίσει ναι αισθάνεται εξωγήινος στον ίδιο του τον τόπο. Σκεφτόταν να τα βροντήξει όλα και να πάει να «κρυφτεί» και πάλι στα βάθη της Ανατολίας. Ξένος εκεί – εντάξει, κατανοητό, μα ξένος και στον τόπο του;
Κάποια αυγουστιάτικη μέρα έφτασε στο αμήν. Δεν πήγαινε άλλο. Στην πόλη του δεν υπήρχε σωτηρία γι’ αυτόν. Πήρε αίφνης την μεγάλη απόφαση, ύστερα από άλλη μια αποτυχημένη επιχείρηση των εργασιών του. Θα γύριζε πίσω, εκεί που ο χρόνος δεν είχε νόημα, τουλάχιστον όπως τον ήξερε εδώ, παλαιότερα. Κατέβηκε στη Συγγρού, στα εκδοτήρια αεροπορικών εταιριών, και έβγαλε ένα εισιτήριο one way. Είχε φτάσει το απόγευμα. Με βαριά καρδιά ανηφόρισε προς τον Ιερό Βράχο της πόλης. Για πόσο ακόμα θα τον έβλεπε από τόσο κοντά; Για καμιά δεκαριά μέρες; Το πολύ! Και ήθελε να τον κλείσει μέσα του, όσο πιο βαθιά γινόταν.
Κατηφόρισε την Αποστόλου Παύλου. Σκεφτόταν με αγανάκτηση τα τουριστικά που θα συναντούσε στον διάβα του. Φορτωμένος ήδη πάρα πολύ και με αυτή την σκέψη κινήθηκε προς την αριστερή πλευρά του πεζόδρομου και μπήκε στα κλεφτά στο θερινό σινεμά «Θησείον», σαν κυνηγημένος. Εκοψε εισιτήριο χωρίς καν να ελέγξει τι ταινία έπαιζε. Πήγε κι έκατσε κάπου στη μέση της πλατείας, σε εκείνες τις άβολες πλαστικές καρέκλες που ήταν τότε της μόδας, ανάμεσα σε ελάχιστους αγνώστους που είχαν έρθει να παρακολουθήσουν την απογευματινή προβολή μιας κάποιας ταινίας. Ήξερε πως δεν θα έβλεπε ταινία όχι μόνο επειδή η μέρα ακόμα φέγγιζε. Κι αναρωτήθηκε μέσα του: «Καλά, εγώ μπήκα να ξεφύγω. Οι άλλοι που είναι εδώ τι θα δουν μέρα ακόμα;».
Η ταινία άρχισε ξασπρισμένη να εμφανίζεται στο πανί. Ούτε που πρόσεχε τι έδειχνε. Και δεν έκανε και καμιά προσπάθεια να παρακολουθήσει. Μόνο τον ήχο των τζιτζικιών που ερχόταν έντονος από τον λόφο του Αστεροσκοπείου άκουγε κι έπαιρνε συνέχεια βαθιές ανάσες από τα νυχτολούλουδα τριγύρω που ‘χαν αρχίσει να ευωδιάζουν στον χώρο. Ενώ πίσω του αισθανόταν τον Ιερό Βράχο να τον παρακολουθεί ανελλιπώς. Αναβε κι έσβηνε τα τσιγάρα το ένα μετά το άλλο. Και η ταινία κύλαγε στους ρυθμούς της. Ξένη, δεν διάβασε υπότιτλο για υπότιτλο. Μόνο κάπνιζε, άκουγε τον οίστρο των τζιτζικιών, μύριζε την ευωδιά και γύριζε λίγο το κεφάλι κάθε τόσο να βεβαιωθεί πως ο Ιερός Βράχος τον παρακολουθούσε ακόμα.
Κι όμως, τότε αισθάνθηκε τόσο αβασάνιστα οικεία που ούτε ο ίδιος το πίστευε! Να που δεν είχαν αλλάξει όλα! Να που βρήκε επιτέλους κάτι γνώριμο! Μα από πού κι ως πού οικείο και γνώριμο ένα θερινό σινεμά; Αφού παλαιότερα ποτέ σχεδόν δεν έτυχε να παρακολουθήσει ταινία σε θερινό! Κι όμως, τώρα γαλήνεψε μέσα του. Ηρέμησαν τα σωθικά του, καταλάγιασε ο κουρνιαχτός των τελευταίων μηνών κι αισθάνθηκε πάλι ήρεμος, ζωντανός, ακέραιος κι έτοιμος να συνεχίσει…
Είχε βραδιάσει. Η ταινία τελείωσε. Βγήκε με τους υπόλοιπους, μα εντελώς διαφορετικός. Εσχισε και το εισιτήριο του αεροπλάνου μαζί με το εισιτήριο του σινεμά και τα πέταξε στον κάδο που ήταν έξω. Εκατσε στο πεζούλι του πεζόδρομου απέναντι απ’ το «Θησείον» και κοίταζε μια το σινεμά και μια την Ακρόπολη. Από το οπτικό του πεδίο απ’ τη μια πέρναγαν οι ορδές των τουριστών κι απ’ την άλλη, στο βάθος, η θεά Αθηνά υποδεχόταν στον πάνσεπτο ναό της τα τζιτζίκια και τα νυχτολούλουδα.


