Ο αστυνόμος Πετρίδης παλεύει με τον χρόνο, με τη μοίρα και με τη δική του ψυχή, προσπαθώντας να λύσει το αίνιγμα πριν το επόμενο θύμα χαθεί. Κάθε σελίδα είναι ένας λαβύρινθος, κάθε λέξη μια απειλή.

Στο βιβλίο, τα παραμύθια μετατρέπονται σε όπλα της φαντασίας και όχι μόνο σε ιστορίες. Πώς αποφασίσατε ότι ο τρόμος πρέπει να γεννιέται από την ίδια τη φαντασία και όχι μόνο από τις πράξεις του δολοφόνου;
Γιατί από εκεί ξεκινά το παιχνίδι του «παραμυθά». Πρώτα αναπαράγει στη φαντασία του τις ιστορίες, δίνοντάς τους το τέλος που εκείνος επιθυμεί. Είναι ο μόνος τρόπος για να καταφέρει να αποκοιμηθεί τα βράδια. Οταν όμως αυτό δεν τον ικανοποιεί πια, περνάει στη δράση, μετατρέποντας το τέλος των παραμυθιών σε αιματηρές σκηνές εγκλήματος. Από τη γέννηση της ιστορίας μέχρι την υλοποίησή της, ο τρόμος κλιμακώνεται, καθώς κάθε μικρή λεπτομέρεια προσχεδιάζεται. Αυτός ο υψηλός βαθμός προμελέτης είναι που δυσκολεύει τη σύλληψή του, προσδίδοντάς του ένας είδος παντοδυναμίας. Αλλωστε, αυτό το ταξίδι στο μυαλό τού κατ’ εξακολούθηση ανθρωποκτόνου είναι καθοριστικό για την κατανόηση των παραγόντων που τον οδήγησαν στην εγκληματική συμπεριφορά. Τα εγκλήματά του δεν προκύπτουν αιφνίδια, είναι το αποτέλεσμα μιας σύνθετης διεργασίας, ενώ η πράξη είναι το τελικό στάδιο.

Ο αστυνόμος Πετρίδης βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και στον γρίφο που δημιουργεί ο δολοφόνος. Πόσο σημαντική ήταν η ψυχολογική του πάλη για να γίνει ο αναγνώστης συμμέτοχος στον εσωτερικό του λαβύρινθο;
Ο αστυνόμος Πετρίδης είναι ένας πολύ ανθρώπινος χαρακτήρας, που συχνά μοιάζει να προσπαθεί να σηκώσει το βάρος του κόσμου στους ώμους του. Πιέζει τον εαυτό του, φτάνοντάς τον στα όρια προκειμένου να ανταποκριθεί σε όλα, επιδιώκοντας μια προσωπική εξιλέωση. Υπάρχει μια ιστορία πίσω από τον τρόπο που λειτουργεί κι όσο εξελίσσεται η αφήγηση αποκαλύπτεται. Τον βλέπουμε να λυγίζει, να πέφτει, να ξανασηκώνεται, σίγουρα όμως δεν το βάζει κάτω.
Τα σκισμένα φύλλα και τα κόκκινα αντικείμενα λειτουργούν σαν σύμβολα σε έναν αέναο διάλογο με τον αναγνώστη.
Η σκισμένη σελίδα και το κόκκινο αντικείμενο είναι η υπογραφή του «παραμυθά». Συνδέονται άμεσα με το εσωτερικό ψυχολογικό του κίνητρο, δίνοντας το μήνυμα πως ο στόχος πέτυχε: το τέλος του παραμυθιού άλλαξε. Η σελίδα καταστράφηκε κι εκείνος αποφάσισε ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός στο παραμύθι. Το κόκκινο αντικείμενο επισφραγίζει το φινάλε με τρόπο συμβολικό για τον ίδιο, καθιστώντας την αποκωδικοποίησή του μια μεγάλη πρόκληση για την ομάδα του αστυνόμου Πετρίδη.
Αν το βιβλίο είναι μια πρόκληση για τον χρόνο, τη μοίρα και την ανθρώπινη ψυχή, τι εμπειρία θα θέλατε να αφήσει στους αναγνώστες;
Το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν είναι αποκομμένο από την κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι μας. Μέσα από τα εγκλήματα που επιλέγει να διαπράξει ο «παραμυθάς», ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με συλλογικούς φόβους, καταπιεσμένες επιθυμίες, σκληρές αλήθειες και σκοτεινές πλευρές που κρύβονται περίτεχνα πίσω από αφηγήσεις τόσο καθησυχαστικές, ώστε μοιάζουν με παραμύθια. Το παραμύθι, όμως, συμβολίζει την αθωότητα και την καλοσύνη. Κλείνοντας το βιβλίο, θα ήθελα ο αναγνώστης να ξαναπιστέψει πως, παρά τη σκληρότητα που υπάρχει γύρω μας, το καλό τέλος μπορεί να μην είναι δεδομένο, δεν είναι όμως ουτοπικό. Το τέλος του παραμυθιού το ορίζουμε εμείς κι αυτό μπορεί να είναι φωτεινό, αληθινό και γεμάτο καλοσύνη.
Ο «παραμυθάς» ξαναγράφει τα τέλη σαν να ανακαλεί την εξουσία πάνω στη μοίρα. Ποια ήταν η πρόθεση πίσω από αυτήν την αμφίσημη σχέση δημιουργού-θύματος και τι μας λέει για την ανθρώπινη ανάγκη να ελέγχουμε την πραγματικότητα;
Η ανάγκη ελέγχου της πραγματικότητας είναι ανθρώπινη, δίνει μια αίσθηση ασφάλειας. Ομως για τον «παραμυθά» είναι ένα σαδιστικό παιχνίδι εξουσίας πάνω στη ζωή και τον θάνατο. Η αίσθηση απόλυτου ελέγχου στο θύμα του προκαλεί ευχαρίστηση, καλύπτοντας μια βαθύτερη ψυχολογική ανάγκη που τον οδηγεί σε μια σειρά φόνων. Στα δικά του παραμύθια ο καθένας παίρνει αυτό που του αξίζει. Μέσα από το δικό του πρίσμα ηθικής προσπαθεί να αποδείξει πως το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και πως μπορεί να υπάρχει κάτι πιο σκοτεινό πίσω από ιστορίες που μοιάζουν ευτυχισμένες. Κάθε φορά που σχεδιάζει, όπως ένα έργο τέχνης, τη σκηνή του εγκλήματος, γίνεται και πιο αλαζονικός, πιο σίγουρος πως κανείς δεν θα καταφέρει να εντοπίσει τα ίχνη του.

